Τα Χριστούγεννα της λήθης και της λαιμαργίας

Ελληνικά

Μέσα στον τυφώνα που ζει η ανθρωπότητα, κρίναμε φρόνιμο αντί για ευχές, που δεν παίζουν πλέον κανένα ρόλο, αφού η αθωότητα έχει δολοφονηθεί από τους δήθεν πνευματικούς, που ακολουθούν τις εντολές των αφεντάδων τους, να σας προσφέρουμε μαζί με το καλό μου συνεργάτη Γρηγόρη Τσικόπουλο, τις σκέψεις μας, όπως τις είχαμε διατυπώσει και γελάγαμε μαζί με τους φίλους μας.

Σήμερα χωρίς να αλλάξουμε έστω και μια λέξη από το αρχικό κείμενο, σας προσκαλούμε να διαβάσετε ένα γράμμα που στείλαμε στον Άη–Βασίλη, και να προβληματιστείτε μαζί μας… Ήταν τόσο καθαρή η παρούσα κατάσταση… τότε.

Αγαπητέ Άγιε Bασίλη,

Ετοιμαζόμαστε για γιορτές–καπάκι, Χριστούγεννα–Πρωτοχρονιά, και θα περάσουμε φαν-τα-στι-κά όπως κάθε χρόνο, όπως επιβάλλει η παράδοση. Αν μάλιστα δεν είσαι καλά πληροφορημένος τι σημαίνει αυτό, να σου εξηγήσω.

Την παραμονή των Χριστουγέννων θα επωφεληθούμε από το συνεχές ωράριο των καταστημάτων για να ξεχυθούμε σαν τον «Αττίλα» σύσσωμοι στα μαγαζιά και να ψωνίσουμε «ό,τι να ’ναι», και μετά θα κουβαλάμε τα «ό,τι να ’ναι» μας φορτωμένοι με σακουλάρες και σακουλίτσες πάνω–κάτω Σκουφά–Σύνταγμα, ψάχνοντας κάνα δίωρο για ταξί, σαν χαμένοι. Φυσικά δεν θα αμελήσουμε να περάσουμε και από τα Α-Β ή Γ √Δ ή Γ-Μx3, να ψωνίσουμε σαν να βρισκόμαστε σε παραμονές αμερικάνικου βομβαρδισμού στη Σερβία. Όταν βρούμε ταξί, θα σιχτιρίσουμε την ώρα και τη στιγμή που το βρήκαμε και μπλέξαμε στην κίνηση.

Γύρω–γύρω όλοι θα κορνάρουν και θα βρίζει ο ένας τον άλλο, και θα φασκελώνει ο ένας τον άλλο, σύμφωνα με το ελληνοχριστιανικό έθιμο των άγιων ημερών… Τι ομορφιά!

Το ίδιο βράδυ θα βγούμε για να τιμήσουμε τη μελλούμενη γέννηση του θεα(τρα)νθρώπου και θα στριμωχτούμε στη φάτνη με τα ζώα, δηλαδή στο Rex, Aθηνών Aρένα, Bοτανικό, Βίση, Γαυγίση, Γκαρίση και άλλα πνευματικά Ιδρύματα. Ειδικά στην άτυχη και κατατρεγμένη –πτωχή πλην τιμία– Εφ’ όλα Σαρώνη… Θα σταθώ για λίγο στο πολιτικό φαινόμενο (κάτι σαν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπου τα πάντα γίνονται μπάχαλο) της υποψήφιας βο(υ)λευτίνας.

Είναι ανήθικο στον οποιοδήποτε τυχόντα που έχει μια εκπομπούλα, με 70% τηλεθέαση, να υβρίζει, να λοιδορεί και να στερεί από μια τίμια τραγουδίστρια, αγωνίστρια της Δημοκρατίας, την ΕΔΡΑ της. Ποιος είσαι εσύ ΡΕ, που με ανέντιμο και αντιχριστιανικό τρόπο στέρησες από την κυρία την έδρα της; Πως θα ζήσει χωρίς έδρα; Ε; Εμείς όμως γνωρίζουμε όλο το παρασκήνιο και θα το αποκαλύψουμε: ο κύριος αυτός είναι εμπαθής (και ελαφρά κομμουνισμένος) επειδή η έδρα της κυρίας είναι ωραιότερη από τη δική του. Στη μπουγάδα που θα γίνει, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα βγουν όλα τα άπλυτα στη φόρα. Αρκετά όμως με τις ΕΔΡΕΣ των καλλιτεχνών!!! Συνεχίζουμε…

Και θα φοράνε όοολες εκείνο το «μικρό μαύρο φόρεμα», που το έχουν φυλαγμένο απ’ το Δημοτικό. Ω, τι πρωτοτυπία!!! Και όοολοι οι άντρες θα καπνίζουν από μια τεράστια γιορτινή πουράκλα ο καθένας –πανάρχαιο ελληνοχριστιανικό έθιμο κι αυτό– και θα βρωμάει και θα ζέχνει όλος ο τόπος, έτσι, για το καλό του χρόνου, και θα ’μαστε όλοι αποχαυνωμένοι αλλά ευτυχισμένοι και μία χαρούμενη ατμόσφαιρα, όπως είπε ο Ηλιόπουλος.

Ύστερα, αφού χορέψουμε ευρωπαϊκούς και εθνικούς χορούς (ιδιαίτερα αυτόν της κοιλίας, δεν ξέρω πώς θα το πάρεις αυτό) και πιούμε ό,τι σκατοπιοτό κυκλοφορεί σε μολότοφ στην αγορά, θα εξασκηθούμε στην οφθαλμοπορνεία και μετά θα γυρίσουμε σπίτι μας, για να ξεράσουμε ό,τι ήπιαμε. Και μετά θα περιμένουμε την παραμονή της

Πρωτοχρονιάς… για να ξαναξεράσουμε.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ξαναξεχυθούμε και πάλι στα μαγαζιά, σαν τσουνάμι, να ξαναψωνίσουμε τα «ό,τι να ’ναι» μας που, λόγω υπερχρεωμένης κάρτας, δεν ψωνίσαμε τα Χριστούγεννα συν τα απαραίτητα που επιβάλλουν τα ήθη και έθιμα, και θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας πτώματα, για να ετοιμαστούμε άρον–άρον για το ρεβεγιόν της «νύχτας της μεγάλης εξόδου», όπου δεν νοείται άνθρωπος σεβόμενος τον εαυτό του να μην πάει να ρεβεγιονάρει σε κάποιο ταμπλντοτάδικο, διότι μπορεί μεν να χάνεις σε κόστος διασκέδασης, κερδίζεις όμως σε πρεστίζ.

Τώρα, Άη-Βασίλη… μπορεί να μη διαθέτεις χρόνο, αλλά πρέπει να μάθεις επιτέλους και κάτι στο πέρασμά σου απ’ την Ελλάδα. Η λέξη «ρεβεγιόν» προέρχεται από το εις -άρω ρήμα (όπως μινάρω, τρομπάρω, ζουμάρω, παρκάρω κ.λπ.) «ρεβεγιονάρω», σύμφωνα με τον τηλεοπτικό προφήτη κ. Δημοσθένη, και είναι σύνθετη από το επιτατικό επιφώνημα ΡΕ [ΡΕ μαλάκα, τι κάνεις εκεί;], το επιτατικό μόριο ΒΕ [Βετεράνος = αυτός που έλκει την καταγωγή του από τους αρχαίους μιας τέρα (γης), δηλαδή χώρας, (ο τεράνος) και κατ’ επέκταση ο παλιός] και τη λέξη ΓΙΟΝ. Η λέξη ΓΙΟΝ μας παραπέμπει στους μοναδικούς, τους ανεπανάληπτους, τους φοβερούς ΙΩΝΕΣ, που ήρθαν από το Σείριο με διαστημόπλοιο. ΓΙΟΝΕΣ ή ΓΙΟΝ, κατά συγκοπή (όχι καρδίας), είναι οι Ίωνες, ΓΙΟΝΑΝ ή ΓΙΟΥΝΑΝ ή ΓΙΟΥΝΑΝΙΣΤΑΝ, ή ΙΩΝΙΑ (όχι η Νέα) και κατ’ επέκταση η Ελλάδα. [Μη μπερδευτείς με το ΓΙΕΝ, αυτό είναι νόμισμα της Ι(ΑΠ)ΩΝΙΑΣ· ή νομίζεις πως είναι τυχαίο το όνομα αυτής της χώρας; Και πώς λέγονται οι κάτοικοί της; Ι(ΑΠ)ΩΝΕΣ!!! Αν θες, σκέψου το, και κάνουμε ειδική εκπομπή για το θέμα αυτό. Η λέξη ΡΕ-ΒΕ-ΓΙΟΝ λοιπόν σημαίνει στην ακριβή (όχι στη φτηνή) και ελεύθερη απόδοσή της: «ρε μαλάκες έρχονται οι αρχαίοι Ίωνες, πάμε να το γιορτάσουμε».

Όλως παρεμπιπτόντως πες σ’ αυτούς που σε έντυσαν στα κόκκινα για να διαφημίζεις τον αρχαίο πολιτισμό των Κοκακολάδων Αμερικάνων, ότι και το «κόκκινο» είναι χρώμα καθαρά ελληνικό (βλ. «Οι κόκκινες, οι πράσινες, οι γαλαζιές σου οι χάντρες», «Κόκκινο γαρύφαλλο», «Κόκκινος, κόκκινος, κόκκινος θεός» κ.ά.π.).

Το ευχάριστο όμως είναι ότι επιτέλους θα σμίξουμε ξανά όοοολοι οι Έλληνες, όταν εγκλωβιστούμε σε Σύνταγμα, Kηφισίας, παραλιακή, Λευκό Πύργο, Σπιανάδα, επαρχιακό δρόμο Κατακώλου και Υπερκώλου γωνία, καπνίζοντας μέσα στα αυτοκίνητα με αναμμένο το κλιματιστικό, και όλα θα είναι ένα μαρτύριο, ένα σίχαμα – νεοελληνιστί «μπλιάχ». Θα είμαστε και εκνευρισμένοι από πριν που θα φάμε στο σπίτι της μαμάς, όπου θα περάσουμε φριχτά, μιας και συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια για να τσακωθούμε ξανά, όπως επιβάλλει το έθιμο κάθε χρόνο.

Επίσης, όπως κάθε χρόνο, το φαγητό θα είναι χάλια, γιατί το κρέας της γαλοπούλας είναι απαίσιο και σκληρό, ειδικά δε άμα κρυώσει, γίνεται σαν βατραχοπέδιλο. Παρ’ όλα αυτά θα καταβροχθίσουμε τον άμπακο με προτίμηση στα ορεκτικά, τη γέμιση και τη βασιλόπιτα (σαν δημοκρατικοί πολίτες) και θα σκάσουμε για το καλό του χρόνου. Να σε ενημερώσω ότι την πέτσα της γαλοπούλας τα παλιότερα χρόνια οι Έλληνες την έκαναν σόλες για τα τσαρούχια τους.

Μετά θα νυστάξουμε και θα θέλουμε να το διαλύσουμε με φριχτά παράπονα, γιατί φυσικά οι άλλοι θα φταίνε που δεν θα έχουμε βρει τραπέζι και θα τραβιόμαστε μέσ’ στη νύχτα σαν τις ηλίθιες και τους ηλίθιους, ενώ όλα τα μαγαζιά θα είναι φίσκα από κόσμο που θα καλωσορίζει το νέο χρόνο με ξέφρενο ενθουσιασμό. Και όλοι θα χαιρόμαστε που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, αφού όλα θα είναι ακριβότερα από τον σιχαμένο παλιό και για όλους συντομεύει η απόσταση από το χώμα.

Η γνώμη μου είναι ότι το στίχο: «πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά», πρέπει να τον έχει γράψει κάποιος «ψυχάκιας», γιατί μόνο αν είσαι «ψυχάκιας» γιορτάζεις το γεγονός ότι μικραίνει κατά ένα χρόνο η απόσταση που σε χωρίζει από το μαύρο σκοτάδι.

Αυτό που κάνω πολύ κέφι, Αη–Βασίλη μας, είναι η ανταλλαγή φιλιών και πρωτότυπων ευχών όπως «χρόνια πολλά», «χρόνια πολλά», «χρόνια πολλά», «χρόνια πολλά» και «χρόνια πολλά». Ιδιαιτέρως όταν οι ποικίλες αυτές ευχές απευθύνονται σε γέροντες και γερόντισσες με το ένα πόδι στο χώμα, αντί του φυσιολογικού «ήρεμη και γαλήνια η χρονιά» ή «καλή ξεκούραση»!!!

Άη–Βασίλη, αξέχαστη θα μας μείνει η πρωτοχρονιά που κάναμε με την κόρη του Δράκουλα στο Σύνταγμα. Τι κέφι ήταν και αυτό… μας πρόσφερε, για πρώτη φορά στην ιστορία της Πρωτοχρονιάς, φρέσκο αίμα και ξεροτήγανα [προσφορά της Κόρης Δρακουλίνας]. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, αντάξια της ιστορίας του Δράκουλα των Λευκών ορέων.

Όσο για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, θα το περάσουμε κι αυτό φανταστικά· ξαναζουλιγμένοι στα μπουζούκια ή τα κουλά κυριλέ κλαμπ, με τους χτιστούς πορτιέρηδες και τις «μάνα μου για ένα βράδυ θα κατέβαινα στον άδη» πορτιέρισσες, όπου θα ρουγκλιαστούμε με μπαγιάτικο πετρέλαιο Βενεζουέλας και θα χτυπήσουμε και κάνα μπάφο, έτσι για το καλό. Αν και φέτος προβλέπω, λόγω των γνωστών γεγονότων, να τη βγάζουμε με καστανή τσουκνίδα ή, το πολύ–πολύ, με ρίγανη.

Την άλλη μέρα θα είμαστε σκέτα κουρέλια και θα νομίζουμε ότι έχουμε τυφλωθεί, ωστόσο αργά το μεσημέρι θα σύρουμε, με τριγμούς, τα κόκκαλά μας μέχρι το πατρικό τραπέζι, για να ξαναφάμε με την οικογένεια ό,τι έμεινε απ’ το προηγούμενο βράδυ, που η μαμά είχε μαγειρέψει φαΐ για το σύνταγμα Μακρυγιάννη, και να τσακωθούμε για ό,τι δεν προλάβαμε το προηγούμενο βράδυ. Μετά θα κάνουμε φύλλο και φτερό τη χτεσινή δημοκρατική βασιλόπιτα για να βρούμε το φλουρί, που δεν θα βρεθεί ποτέ, γιατί θα το ’χει καταπιεί ο παππούς με το πρωινό του ρόφημα – και άντε τώρα να περιμένεις πότε ο παππούς θα το χέσει.

Το απόγευμα θα χτυπήσουμε και μια κατάθλιψη που δεν είμαστε όσο παιδιά νομίζαμε πως ήμαστε, και τι μαγικά που ήταν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά τριάντα τρεις χιλιάδες χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού.

Ανήμερα πρωτοχρονιάς βέβαια, για το καλό του χρόνου, θα ανηφορήσουμε κατά Πάρνηθα μεριά, για το καλό του χρόνου, να παίξουμε, έτσι, για το καλό του χρόνου.

Λοιπόν, Άη–Βασίλη, έφτασε η ώρα να σε ρωτήσω κάνα–δυό πράγματα, που χρόνια τώρα ήθελα, αλλά που δεν ρώταγα λόγω καλής ανατροφής. Τώρα όμως που μεγάλωσα και έγινε η κακή ανατροπή της καλής ανατροφής, πρέπει να μάθω.

Εξήγησέ μου τι παίζει με αυτόν τον πως τον λένε, σαντακλότσα… σαντακλώσσα… σαντηνκλώσσα… κάπως έτσι. Τι συμβαίνει; Είσαστε δίδυμοι; Γιατί, μη μου πεις, μοιάζετε σαν δύο σταγόνες νερού. Τι γίνεται λοιπόν;

Έχετε μοιράσει τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής; σε βόρειο και νότιο; ανατολικό και δυτικό; Τι ρόλο παίζει αυτός; Είναι κι αυτός από την Καισάρεια ή μήπως είναι Βίκιγκ; Μήπως είναι Γιαλαντζής; Είναι κι αυτός αληθινός όπως και συ; Μένετε μαζί; Το δικό σου εργοστάσιο παιγνιδιών πού βρίσκεται; Μήπως σας προμηθεύει τα παιγνίδια το ίδιο εργοστάσιο; Και τίνος είναι το εργοστάσιο; Δικό σου ή δικό του; Ή μήπως οι μετοχές ανήκουν και στους δύο; Κι αν ναι, πόσο τοις εκατό έχει ο καθένας σας; Εκείνο το άρμα, που το σέρνουν τάρανδοι, δικό σου είναι ή του σαντηνκλώσσα; Ή έχεις κι εσύ άλλο, μόνο δικό σου; Κι αν έχεις δικό σου, πόσων ταράνδων είναι; Πόσα πιάνει; Πάνω από τριακόσια; Τι καίει; Και, αν ξέρεις, ένας τάρανδος πόσα άλογα μετράει; Και τέλος, γελάς κι εσύ μ’ εκείνο το «χο, χο, χο» ή έχεις δικό σου γέλιο; Κι αν έχεις, ποιο είναι; «χι, χι, χι» ή «χα, χα, χα»;

Τώρα, Αη-Bασίλη, μεταξύ μας –και μην το πάρεις σαν απειλή, ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ και σε πάω–, κοίτα μην τολμήσεις φέτος και πλησιάσεις το σπίτι να μου αφήσεις καμιά ρυτίδα, γιατί αν επιχειρήσεις να μπεις από την καμινάδα μου, θα ανάψω το τζάκι και θα σε κλάψουν οι ΤΑΡΑΝΔΟΙ...!!!

Φέτος δεν θέλω κανένα δώρο, τα έχω πάρει από ’κείνον που «τα έχει όλα και συμφέρει», θέλω να μείνω μόνο με τους καλικάντζαρους.

Τουλάχιστον εκείνοι αντιμετωπίζουν την περίοδο των εορτών α-να-τρε-πτι-κά, όπως θα έλεγαν και κάποιοι προοδευτικοί–πνευματικοί άνθρωποι…

Φιλικά, Μιμίκος

ΥΓ: Έχεις χαιρετισμούς από τη Μαίρη και τ’ άλλα κορίτσια.

Hellenicpaedia / Κ. Πάγκαλης – Γρ. Τσικόπουλος / Η νέα ιστορία της Γ΄ Δημοτικού. Εκδόσεις ΕΛΕΥΣΙΣ.