Τα Εβραϊκά είναι Ελληνικά

Ελληνικά

Σελλοὶ–Τόμουροι–Δὼδ–Θαμοὺζ–Ἄδωνις[1]

   Ἡ Ἑλληνοπαιδεία, ἀνοίγει ἕνα μεγάλο καί ἀκανθώδες γλωσσολογικό κεφάλαιο, ἐπαναφέρει στη δημοσιότητα τὸν συγγραφέα καὶ τὸ βιβλίο «Hebrew is Greek», τοῦ Joseph Yahuda. Σάλος είχε δημιουργηθεί τὸ 1982 σχετικὰ μὲ τὸ βιβλίο αὐταό. Ἀπ’ τὶς σελίδες μας θὰ γνωρίσετε τὸ παρασκήνιο καὶ τὰ αἴτια ποὺ ὀδήγησαν τὸν καταξιωμένο καί σεβάσμιο γλωσσολόγο νὰ γράψει τὸ ἀνωτέρω βιβλίο.

Ὁ πατέρας Yahuda, γνώστης τῆς πατρώας γλῶσσας, ὑπήρξε ὁ πρῶτος δάσκαλος τῆς ἐβραϊκῆς. Αὐτὴ ἡ ἐπιμονή του, νὰ διδάξει τὴν πρωταρχική ἐβραϊκή γλῶσσα στοὺς μετοίκους Ἰσραηλίτες, τῆς Κιάφας, μετ’ ἔπειτα Τὲλ-Ἀβίβ, τὸν ὀδήγησε τὸ 1923 στὴν φυλακή. Οἱ Ἀσκενάζυ καὶ οἱ Σεφαραδίτες, νέοι κάτοικοι δὲν ἤθελαν, ἀφοῦ εἴχαν ήδη ξεχάσει, πλέον τὴν μητρική τους γλῶσσα… στὴ 10ετία του ’30 δικαιώθηκε…

Ὁ γιός του Joseph, γλωσσολόγος καὶ αὐτὸς ἀκολουθεῖ πιστὰ τὸν δρόμο τοῦ πατέρα του, βασανιζόμενος γιὰ τὴν θέση τῶν Εὐρωπαίων, ὡς πρὸς τὸν διαχωρισμό τῶν ἑλληνικῶν καὶ ἐβραϊκῶν γλωσσῶν σὲ διαφορετικούς γλωσσολογικούς πυλώνες. Ἐκτός ἀπὸ τὰ ἀσσυριακά (τὰ γνήσια ἐβραϊκά) γνωρίζε ἄριστα τὴν ἀραβική γλῶσσα, (Κορεϊσιτική διάλεκτο) καθώς καὶ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἡ συγκριτική μελέτη τῶν δύο γλωσσῶν τὸν πείθει ὅτι ἡ ἑβραϊκή γλώσσα εἶναι ἀδελφὴ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἰδία ρίζα… αὐτὸ τὸν προβληματίζει, ἀλλά δὲν τολμᾶ νὰ δημοσιοποιήση τ’ ἀποτελέσματά του, τοῦ λείπει τὸ ἐρέθισμα… ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν θὰ ἀργήση νὰ φανῆ.

Θεῖα πρόνοια τὸ 1971 βρίσκεται στὴν Ἑλλάδα προσκεκλημένος τοῦ Καθηγητοῦ τῆς ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Παν. Ἀθηνῶν κ. Πουρναρόπουλου, ο οποίος κατά τὴν συνάντησή τους, γνωρίζοντας τὴν ἐρευνητική του δίψα γιὰ τὴν ἐβραϊκὴ γλῶσσα, τοῦ παραδίδει, ἐκ μέρους τοῦ «Κέντρου Συγκριτικής Γλωσσολογίας Ὁ Ἀθηναγόρας» τὴν μελέτη «Ὑπόμνημα εἰς τὸ ᾎσμα ᾈσμάτων». Αὐτὸ τὸ βιβλίο ὑπῆρξε ἡ αἰτία ποῦ ὀλοκλήρωσε ταὶς θέσεις του, καταθέτοντας τὸ βιβλίο «Hebrew is Greek», «Τὰ Ἐβραϊκὰ εἶναι Ἑλληνικὰ».

Γνωρίζοντας (Joseph Yahuda) ὅτι Κριτικές διάνοιες πρῶτης τάξεως, σοφώτατοι ἄνδρες τεμάχισαν αὐτὸ ἐξονυχίζοντας καὶ τὰ σκοτεινότερα μέρη αὐτοῦ ἐξέτασαν καὶ ἑρμήνευσαν αὐτό, ἄλλοι μὲν ἀναγωγικῶς, τυπικῶς, ἄλλοι δὲ πολιτικο – αλληγορικῶς, ψυχο – αλληγορικῶς, φιλοσοφο – αλληγορικῶς, λυρικο – γραμματικῶς, δραμματικο – γραμματικῶς, ἐκκλησιαστικο – αλληγορικῶς, προφητικο – αλληγορικῶς, θεομητορικο – αλληγορικῶς, ἀποχόμενοι τὸ ἰδιόρρυθμον τοῦτο λογοτέχνημα, ἄλλοι μὲν ὡς ἱστορικό, ἄλλοι ὡς προφητικό, ἄλλοι ὡς ᾎσμα ποίημα, ἀλληγορία παραβολή, μυθιστόρημα, δρᾶμα, ἐπιθαλάμιος ᾠδή, εἰδύλλιο, ποιητικὴ ἀνθοδέσμη, τέλος ἀνθολόγιο, δηλαδή ἄθροισμα γαμηλίων ᾠδῶν, «ἀλλά, ΟΥΔΕΙΣ ὅμως ἀπὸ γλωσσολογικῆς καὶ μυθολογικῆς ἀπόψεως».

Ἡ ἀντίστροφη μέτρηση γιὰ τὸ γκρέμισμα τῶν δὺο γλωσσολογικῶν Πυλώνων, Ἰνδοευρωπαϊκῶν καὶ Σημητικῶν, εἴχε ξεκινήσει. Ὁ Joseph Yahuda μὲ θάρρος ἐμφανίζει το 1982 τὸ ἐργαλεῖο τῆς κατεδάφισης, τὸ βιβλίο του «Hebrew is Greek».

Δυστυχῶς ἡ μαύρη προπαγάνδα, ἦταν καὶ πάλι παροῦσα… καὶ τὶ δὲν γράφτηκε, διέδιδαν ὅτι οἱ Ἐβραίοι ἐξαφάνισαν τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν ἀγορά, καὶ ἄλλα εὐτράπελα. μὰ πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν, ὅλα τα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἐδραίωση τῶν θέσεῶν του, εἶναι προσβάσημα στὸν ὁποιονδήποτε μελετητή, στὰ δικά τους γραπτὰ κείμενα καὶ συγκεκριμένα στὰ τέσσερα βιβλία τῶν Μακκαβαίων; Γιὰ μία φορὰ ἀκόμα ἐξαπατηθήκαμε. Χάσαμε μοναδική εὐκαιρία… ὡς Ἑλληνική γλῶσσα, ἀντὶ νὰ βοηθήσουμε τὴν προσπάθεια τοῦ Joseph Yahuda, τοῦ ἐπιτεθήκαμε μὲ καφενιακές συζητήσεις και ρατσιτικές θέσεις, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι τὴν χαμένη εὐκαιρία ποὺ μὰς παρουσιαζόταν… καὶ θὰ ρωτήσει κάποιος σήμερα, καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα…; ὕπνον βαθύ καὶ ἐκ τοῦ πονηροῦ πηγάζων…

Ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή τῆς ἐμφανίσεῶς μας στὸ διαδύκτιο, ἀνακοινώσαμε ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν πολιτισμό, ποὺ παράγουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὄχι αὐτὸν ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Ὀλιγάρχες, χωρὶς ταμποῦ καὶ φίλτρα στὰ μάτια. Ἄλλοι εἶχαν συμφέρον ἠθικό, πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ συμφέρον νὰ ἀποσιωπηθῆ καὶ νὰ ἐξαφανιστῆ τὸ βιβλίο καὶ τὸ περιεχόμενό του, αὐτοὶ ποὺ μᾶς διαχώρισαν γλωσσολογικὰ μὲ τὸ ἔτσι θέλω, χωρὶς να προβάλλουμε, ὡς Ἕλληνες, καμία ἀντίσταση…

Σήμερα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μητροπ. Ἀθηναγόρα, ἱδρυτοῦ τοῦ Κέντρου Συγκριτικῆς Γλωσσολογίας, ἐπιλέξαμε ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο Σελλοί, Τόμουροι, Δὼδ, Θαμούζ, Ἄδωνις, ἀπὸ τὸ ἔργο του, «Τὸ ᾎσμα ᾈσμάτων τῶν Ἑλλήνων». (Κυκλοφορεῖ ἀπὸ Ἐκδόσεις Ἔλευσις). Πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι μὲ ἕνα ἄρθρο δὲν θὰ σᾶς κάνουμε σοφότερους, ἀφοῦ το ζήτημα θὰ μᾶς ἀπασχολίση γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα. Καλὴ ἀνάγνωση…

Οἱ Σελλοὶ ἤ Ἑλλοὶ οἱ ὑποφῆται τῆς Δωδώνης – Περιστερᾶς ἐλέγοντο, καὶ Τόμουροι ταυτοσημάντως. Καὶ τὸ ὄρος ὅπου βρίσκεται ἡ περιοχὴ τοῦ ἱεροῦ αὐτῶν μαντείου, Τόμαρος λέγεται, ὁ ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου Ὄλυμπος – Ἔλυμπος καλούμενος, ὄνομα μέχρι σήμερα διασωθὲν μετά τινος ἀλλοιώσεως, ἀφοῦ ὁ Τόμαρος λέγεται καὶ Ὀλύμπτσικα. Ἑμεῖς ταυτίζουμε τὸν Ὄλυμπο καὶ τὸν ἠπειρωτικὸ Τόμαρο, διότι ὡς ἀπεδείξαμεν διὰ τόσων μελετῶν μας, (Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Αἰώνων και, Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Ὑδάτων) ὁ ὁμηρικὸς κόσμος εἶναι ὁ μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Κερκύρας – Παξῶν περιλαμβανόμενος.

Ἡ ἑλληνικὴ Δωδώνη καὶ ἡ ἑβραϊκὴ Δὼδ, εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ λέξις σημαίνουσα περιστερά· καὶ Ἑλλοὶ ὅθεν ἤ Τόμουροι ἀρχικῶς, εἶναι οἱ ἱερεῖς τῆς Περιστερᾶς, τῆς ὁποίας ἦταν τὸ σύμβολο τῆς ἀρχικῆς γονομοποιοῦ δυνάμεως Διώνης – Ἀφροδίτης. Ἕνα τῶν κοσμητικῶν ἐπιθέτων τοῦ ᾌσματός μας, στὴν Σουλαμίτιδα – Περιστερὰν, εἶναι καὶ ἡ λέξις τὰμτώμ, ἡ ἐπιθετικῶς σαλὰμ ἤ σαλὼμ λεγομένη. Τὴν ἑβραϊκὴ λέξη οἱ Ο´ μετάφρασαν «τελεία μου», ἡ ἀπὸ τοῦ ἑβραϊκοῦ μετάφρασις ἀμώμητέ μου, ἐνῶ κάλλιστα θὰ μποροῦσαν νὰ μεταφράσουν περιστερά μου, ἀφοῦ σαλώμ, τὼμ καὶ γιὼμ εἶναι ὀνομασίες τῆς περιστερᾶς, ἄν καί, ὅπως εἴδαμε, ἄμωμος λέγεται καὶ ἡ περιστερά. 

Καὶ εἶναι λοιπὸν ἡ λέξις Τόμαρος, ἀκριβεστάτη ἀπόδοσις τῆς Ἑλλά, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἡσύχιο εἶναι ἡ Δωδώνη, ἡ ἕδρα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἕλ, καὶ Τόμουροι καὶ Ἑλλοί – Σελλοί, ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ὄνομα εἰς τὴν περιστερὰ ἀναφερόμενο. Ἐγράψαμε ὅτι οἱ Σελλοὶ ἦσαν οἱ πρίγκηπες τοῦ ἀρχικοῦ ἑλληνισμοῦ, οὐτ᾿ ἦσαν ἀνιπτόποδες ἤ χαμοκοῖται, χαμεῦναι ὡς διφορουμένως, κατὰ τὴν συνήθειά του γράφει, ὁ Ὅμηρος· οὔτε ἦσαν ἄξεστοι καὶ ρυπαροὶ ἀσκητές ἤ εὐνοῦχοι, ὅπως οἱ νεώτεροι κακῶς ὑπέθεσαν· οἱ ἱερεῖς τῆς θεᾶς τῆς γονιμότητος, οἱ ἱερεῖς οἱ ἔχοντες ὡς σύμβολο τὴν περιστερὰ καὶ τὸν φαλλό, τὸ γονιμοποιὸ τοῦτο ὄργανο, τὸν συμβολισμὸ τοῦ ὁποίου δὲν κατενόησαν οἱ σεμνότυφοι σοφοί, ἀπεναντίας ἦσαν οἱ γενάρχες τοῦ ἔθνους, τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἦσαν οἱ ἱερεῖς καὶ βασιλεῖς αὐτοῦ, διότι οἱ βασιλεῖς ἀρχικὰ ἦσαν καὶ ἱεροθύται, ἱεροφάνται καὶ ἱεροπόλοι, καὶ οἱ ἱερεῖς ἦσαν ἐπίσης ἡγεμόνες καὶ βασιλεῖς.

Βασίλαι στὴν Ὀλυμπίᾳ ἐλέγοντο οἱ ἱερεῖς τοῦ Κρόνου· νομίζουμε δὲ ὅτι δὲν θὰ ἁμαρτήσουμε γλωσσικά, ἄν τὸ ὄνομα βασιλεὺς παράξωμεν ἀπὸ τὸ σελός, δεδομένου ὅτι τὸ « ε » τρέπεται εἰς « ι », ὡς θεὸς – θιὸς καὶ σιὸς· ὡς γνωστὸν δὲ οἱ Σελλοὶ ἐλέγοντο καὶ Γραικοὶ ἤ Ραικοί, Rex δὲ ὁ βασιλεύς. Ἔπειτα ὁ Ὀρφεὺς καὶ ἡ ἄλλη πλειὰς τῶν ἱερῶν μυσταγωγῶν δὲν ἦσαν τέκνα θεῶν καὶ βασιλέων;[2] Καὶ τὸ ἄλλο ὄνομα τῶν Σελλῶν, Τόμουροι, τὸ αὐτὸ σημαίνει: βασιλεύς.

Οἱ Σελλοὶ – Τόμουροι ἐλέγοντο καὶ Μολοσσοί, τοὐτέστιν βασιλεῖς – βασιλικοί. Μολοσσὸς εἶναι υἱὸς τοῦ Ἀχιλλέως Νεοπτολέμου ἤ Πύρρου, καὶ τῆς Ἀνδρομάχης τοῦ Ἕκτορος, βασιλεύσας στὴν Δωδώνῃ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἠπείρῳ. (Ἀλλὰ καὶ ἡ Ὀλυμπιάδα, ἡ μητέρα τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου δὲν εἶναι Μολοσσίδα; ἡ Ἀμβρακιώτισα [ἡ σημερινὴ Ἄρτα] βασιλόπαις Μυρτάλη; Γιὰ τὴν Ολυμπιάδα τὴν βασίλισσα τῶν βασιλισσῶν, ἐτοιμάζουμε βιβλίο, ὅπου θὰ ἀποκατασταθῆ ἡ μνήμη αὐτῆς).

Ὅπως στὴν ἑλληνική, ἔτσι καὶ στὴν ἑβραϊκὴ καὶ ἄλλες σημιτικές λεγομένες γλώσσαις ὁ βασιλεὺς λέγεται Μέλχ, Μέλεκ. Μελχισεδὲκ βασιλεὺς δικαιοσύνης· καὶ Μολὼχ ὁ θεὸς Κρόνος. Βαάλ – Βὴλ = Θεός – βασιλεύς, ὁ Μειλίχιος Ζεὺς – Διόνυσος. Μὼλ δὲ πρωτοελληνικὰ ὁ οἶνος.

Θαμοὺς ἤ Τομούς, ὀνομαζόταν καὶ ὁ Ἄδωνις, ὁ πολυαγαπημένος τῆς Ἀφροδίτης, ὁ καὶ Σαλάμβων, εἶναι δὲ τὸ ὄνομα πρωτοελληνικό, ὅπως καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ὀνόματα π.χ. οἱ Σόλυμοι οἱ ὁμηρικοί, ἡ Σαλαμίς, τὰ Σόλυμα ὄρη, Σελλήεις ὁμηρικὸς ποταμός, Σαλμακὶς πηγή. Σαλμωνεύς, Σαλμώνη, Σαλμώνιον ἀκρωτήριον Κρήτης καὶ τὰ παρόμοια.

Ἀρχικὰ ὁ Ταμός – Τομοὺς πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ στὴν Δωδώνῃ, ὅπου καὶ οἱ Τάμουροι – Θέμιστες λατρευτὲς αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄρος τὸ ἱερὸ αὐτοῦ Τόμαρος. Ὁ Θαμοὺς οὗτος ἤ Ἄδωνις ἤ Σαλάμβων, ὁ θεὸς Ἥλιος, ὁ ἀρσενικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἀφροδίτης – Περιστερᾶς – Σελήνης, ἐλέγετο ἐπίσης, ὡς πληροφορούμαστε ἀπ’ τὸ λαμπρὸ ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, Λεωνίδου Ι. Φιλιππίδου «Ἱστορία τῆς Θρησκείας τοῦ Ἀρχαίου Ἰσραήλ»,[3] καὶ δόδ, «Δοδ – Τομούζ».

Καὶ ἐπανερχόμαστε πάλι στὸ ᾎσμα μας, ὅπου ὁ ἀδελφιδὸς τῆς Σουλαμίτιδος, ὁ ἀγαπητὸς καὶ πεφιλημένος, «Δὼδ» ὀνομαζόταν! Ὁποία ἅλυσος ἀδιάρρηκτος καὶ συνεχὴς λέξεων, ὀνομάτων, πραγμάτων μυθολογικῶν συγχρόνως καὶ ἱστορικῶν, καὶ ὁποία σχέσις καταπλήττουσα μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς καὶ ἑβραϊκῆς γλώσσας!

Ὁ ἀρνούμενος τοῦτο εἶναι ὡς νὰ ἀρνῆται τὸν ἥλιο, προσωποποίησις τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ Δοδ – Ταμοὺζ Σαλαμβών, ὁ σύζυγος τῆς θεᾶς Σελήνης Σουλαμὶτα – Ἀστάρτης – Διδοῦς. Ζητήσαμε σχετικές πληροφορίες περὶ τοῦ «Δόδ – Τομοὺζ» παρὰ τοῦ καθηγητοῦ Φιλιππίδου καὶ ἐλάβαμε τὴν ἀκόλουθο ἐπιστολή:[4]

Σεβασμιότατε, τὸ δώδ, προφέρεται ντὼδ (λευϊτ. 10, 4. Ἐσθ. 2, 15) καὶ ἀσθενέστερα, (ἄνευ τοῦ τβάβ), λέξις ἀπαντῶσα καὶ εἰς τὴν συριακὴν (= ἠγαπημένος καὶ θεῖος = ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς) καὶ εἰς τὴν ἀσσυριακὴν (dâdu = χαϊδεμένος –ἐπὶ παιδιῶν) καὶ στὶς σφηνοειδεῖς ἐπιγραφές, καὶ ὡς κύριον ὄνομα, καὶ ὡς προσφώνησις (πατερούλη) –καὶ μετὰ τοῦ ἐπιθέματος (συγκεκομένου τύπου α´ κοινοῦ προσώπου τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας ἐγώ, δηλ. μου) = (δωδὶ καὶ δωδεὶ = ἀγαπημένε μου) σημαίνει : 

α) τὸν ἀγαπημένο, ᾎσμα ᾊσμάτων 1,13  β) τὸν ἐκ πατρὸς θεῖο Λευϊτ. 10. Ἀμὼς 6,10. Ι Χρον. 27,32, ἐνταῦθα γενικώτερον: συγγενὴς καὶ ἀνεψιὸς – Πληθυντικὸς μὲ ἀφῃρημένῃ ἔννοιᾳ: δωδεὶμ ἀγάπη, ἔρως. Ἀγάπη (μὲ τὴν ἐρωτικὴ ἔννοια) ᾎσμα 1. 2. 4. Ἑπομένως Βάαλ Δὼδ σημαίνει ἀγαπημένος κύριος, διότι τὸ Βάαλ εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς οὐσίας τοῦ θείου Δὸδ – Ταμμούζ, καὶ σημαίνει ὁ ἀγαπημένος Τομμούζ. Ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα καὶ ἡ λέξη Δαβὶδ, ὁ ἀγαπημένος. Λεωνίδας Φιλιππίδης 27 Ἰανουαρίου 1940

Διωδᾶς Δωδᾶς Δὼδ λεγόταν ὁ γιὸς τοῦ Μελικέρτου καὶ τῆς Ἀστερίας τ. ἔ. τοῦ Βάαλ καὶ τῆς Ἀστάρτης Ἀφροδίτης. Καὶ Θωμᾶς Δίδυμος μὲ τὴν αὐτὴ ἔννοια πλέον νὰ κατανοηθῆ. Δίδυμοι εἶναι αἱ περιστεραί, ἀδελφὲς συγχρόνως καὶ σύζυγοι. Στὴν ἑβραϊκῇ ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα τοῦ Τωμᾶ δίδυμος, εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τοῦ ἀρεστοῦ, ποθητοῦ, τοῦ ἀγαπητοῦ, ὅπως τῆς Δὼδ περιστερᾶς.[5]  

Ἡ λέξις Τόμαρος δὲν εἶναι ἄσχετη πρὸς τὴν λέξη θάμαρ, ἑβραϊκὰ τῶμερ, σημαίνουσα τὸν φοίνικα, εἴδαμε δὲ ὅτι περιστερὰ φοῖνιξ (πτηνόν), φοῖνιξ (δένδρον) ταυτοποιοῦνται πρὸς χρόνον καὶ τὴν γέννησιν. Καὶ οἱ ἀρχικοὶ Φοίνικες ἀπ’ τὴν Ἠπείρῳ ἦσαν, καὶ ἀπὸ τῆς Ἠπείρου μετοίκησαν στὴν ἱστορική Φοινίκη.

Στὴν Ἠπείρῳ ὑπῆρξε καὶ πόλις Φοινίκη ἡ τόσον λαμπρὰ ἀποβᾶσα, καὶ σήμερον ἀκόμα, παρὰ τοὺς Φιλιάταις, ὑπάρχει χωριὸ Φοινίκη· καὶ ὄχι μόνο τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς ποταμὸς τῶν Ἠπειρωτῶν Θύαμις Καλαμᾶς καὶ Κάδμος, λεγόταν καὶ Φοῖνιξ. Περιστερὰ δὲ καὶ Φοινίκη συνταυτίζονται· διὰ τοῦτο καὶ οἱ Φοίνικες ἐλάτρευαν στὸ προσώπο τῆς θεᾶς Ἀστάρτης – Ἀφροδίτης τὴν περιστερά.

Ἄδωνις Τομοὺς ὑπὸ τῶν Φοινίκων ἐλέγετο Σαμέρρουμ,Μανέρως τῶν Ἑλλήνων. (Περὶ Μανέρωτος ἤ Μανέ, ὑπάρχει μελέτη, ἡ ὁποία θὰ ἀναρτηθῆ). Σάμ ὅμως καὶ σίμ ἡ περιστερὰ ἐκαλεῖτο· κατὰ τὸν Ἡσίοδον ὁ Ἄδωνις ἦταν γιὸς τοῦ Φοίνικα καὶ τῆς Ἀλφεσιβοίας·[6] οἱ ὁμηρικοὶ Σόλυμοι οἱ ὀνομαζόμενοι κυδάλιμοι, τοὺς ὁποίους ἐπολέμησε ὁ Βελλερεφόντης,[7] καὶ Σόλυμα ὄρη[8] εἶναι ὁ δικός μας Τόμαρος καὶ οἱ Τόμουροι· ἄλλως τε τὸ ὄνομα τῶν Σολύμων διετηρήθη ὁπωσδήποτε εἰς τὰ ὄρη τοῦ Σουλίου, τὰ ὁποῖα εἶναι διακλάδωσις τοῦ Τομάρου.[9]

Οἱ Σόλυμοι καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου κυδάλυμοι ὡς ἱεροὶ καὶ ἔνδοξοι, ἀφοῦ Κύδιστος λέγεται ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου ὁ Ζεύς, ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ  Ἥρα, ἡ Λητώ, ὁ Ἀγχίσης, ὁ θνητὸς σύζυγος τῆς Ἀφροδίτης, καὶ ὁ Ἀγαμέμνων.[10] Τόμαρος καὶ ὁμηρικὸς Ὄλυμπος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ἠπειρωτικὸ ὄρος, ἡ σημερινὴ Ὀλύμπτσικα ὡς εἴπομεν. Καὶ στὴν Μικρὰ Ἀσία (στὴν Λυκία) ὄρη Σόλυμα, καὶ πόλις Ὄλυμπος, ἥτις καὶ Φοινικοῦς ἐλέγετο.[11]

Ἕτερος  Ὄλυμπος εἶναι ἡ ἅλυσος τοῦ Πάρνωνος, ἡ καὶ Σελασία λεγομένη, μᾶς παραπέμπει στὴν Σέλλα καὶ τοὺς Σελλοὺς τοῦ Τομάρου – Ὀλύμπου τῆς Ἠπείρου. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι οἱ Λάκωνες καὶ οἱ Ἀρκάδες εἶναι γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἠπειρωτῶν, οἱ Προσέληνες. (Καὶ τὶ δὲν ἔχουμε διαβάσει γιὰ αὐτοὺς… ἀλήθεια, δεινῶν ἡ ἄγνοια). 

Ὅτι οἱ Σόλυμοι εἶναι Ἠπειρῶτες τὸ ὑποδεικνύει ὁ Ὅμηρος, τὸ παρουσιάζουμε ἤδη καὶ ἐμεῖς. Ἕνας ἀπὸ τῶν μεγάλων ἠπειρωτικῶν λαῶν εἶναι οἱ Μολοσσοί, ἀρχηγὸς τῶν ὁποίων ἀναφέρεται ὁ γιὸς τοῦ Ἀχιλλέως Νεοπτόλεμος – Πύρρος, ἀπὸ τὴν Ἀνδρομάχης τοῦ Ἕκτορος γεννήσασα τὸν Μολοσσό. Ἄν διαβάσουμε ἀνεστραμμένως τὸ ὄνομα Μολοσσὸ ἔχομεν Σολομό – Σόλυμα. Ὁπότε Σόλυμοι καὶ Μολοσσοὶ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ φυλή. Ὁ Ὅμηρος δὲν ἀναφέρει τοὺς Μολοσσούς, ἀλλὰ τοὺς γνωρίζει ὅπως ἀποδείξαμε· καὶ τὶ δὲν γνωρίζει ὁ Ὅμηρος! Ἀτυχῶς ἐμεῖς ἀγνοοῦμε νὰ τὸν ἑρμηνεύσουμε. Ἄν Σόλυμα εὑρίσκωνται στὴν Λυκίᾳ καὶ Παλαιστίνῃ, ἐξηγεῖται ἐκ τῶν μεταναστεύσεων τῶν Ἠπειρωτῶν πρὸς τὰ μέρη αὐτά. 

Πρὶν ἤ κλείσουμε τὴν παράγραφο αὐτή, στὴν ὁποία γράψαμε περὶ Τομούρων τῶν Ἱερέων τῆς Περιστερᾶς – Ἀφροδίτης – Διώνης καὶ τοῦ Ταμούς, ὁ ὁποίος, ὡς εἴπαμε, καὶ αὐτὸς εἰς τὴν περιστερὰ ἀναφέρεται, προσθέτουμε ἀκόμα δύο λέξεις πρὸς μεγαλύτερη πιστοποίηση τῶν λεγομένων μας. Ταμοὺς εἶναι ἡ περιστερά· ἄν διαβάσουμε κατ᾿ ἀντιστροφὴν τὴν λέξη, ἀναφαίνεται τὸ ὄνομα Σουμάτ. Ἀλλ᾿ ἤδη εἶναι γνωστό ὅ,τι Σούματον ἤ Samâta πρωτοελληνικὰ καὶ ἀσσυριακὰ λέγεται ἡ περιστερά. 

Ἐπαναλαμβάνουμε ὅ,τι Σαμὰ λέγεται καὶ ὁ Ὑπερίων, ὁ ἐν ὑψηλοῖς Ἡλιος – Ταμούς. Εἴπαμε ἐπίσης ὅτι τὸ Σούλι ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ Τομάρου. Σούλι λέγονται βράχοι ὑψηλοὶ ἀκρότομοι, ὅπως πράγματι εἶναι τὸ Σούλι, βραχῶδες καὶ ἀπότομο· ἀλλ᾿ οἱ βράχοι οἱ ἀπότομοι ἤ ἀκρότομοι καὶ ὑψηλοὶ λέγονται ἐπίσης Σάμοι, ὡς μαρτυρεῖ ὁ Στράβων.[12]

Καὶ ἐπανερχόμαστε πάλι στὴν περιστερὰ καὶ τὸν θεὸ Σαμὰ – Ταμοὺς καὶ τὴν Σαμουριὰ. Οἱ Σόλοι πάλι, ἤ Σάμοι,  λέγονται καὶ σκὰπκὰφ μὲ τὴν ἴδια ἔννοια τοῦ βράχου τοῦ ἀκροτόμου τοῦ ἀναβρύοντος ὕδωρ·[13] λοιπόν, διὰ νὰ ἐννοήσουν οἱ ἐπιλήσμονες πόσον ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διατηρεῖ ἀπὸ χιλιάδων αἰώνων τὰ ὀνόματα τῆς πατρίδος του, ἄς μάθουν ὅτι τὸ Σούλι καὶ σήμερα ἀκόμα λέγεται Σαμονίβα, Σκάπετα, καὶ Κιάφα.[14] Ἡ Κιάφα εἶναι ὁ ὁμηρικὸς Κύφος, ἡ πρωτεύουσα τῶν Αἰνιάνων καὶ Περραιβῶν, ὅπως σὲ ἄλλῃ μελέτῃ γράφουμε ἀναλυτικά.

Ὄρη Κασσωπαίων εἶναι τὰ βουνὰ τοῦ Σουλίου· τὰ βουνὰ αὐτὰ λέγονται καὶ Κούγκι, τὰ ὁποῖα ἀποθανάτισε διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ θανάτου του ὁ θρυλικὸς γέρο Σαμουὴλ ὁλοκαυτωθείς.  

Τὸ Κούγκι ἐξηγεῖ τὰ ὅσα ἐγράψαμε πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς χώρας Λίνγκι Κασὰβ Κασσώπης. Τέλος ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἴπομεν περὶ Φοινίκης – Ἠπείρου, προσθέτουμε ὅτι Κασσιώπη ἐλέγετο ἡ σύζυγος τοῦ Φοίνικος καὶ μητέρα τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία πάλι ταυτίζεται μὲ τὴν Διώνῃ. Περὶ τοῦ μυθολογουμένου πτηνοῦ Φοίνικος, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ ἀθάνατο ἑλληνικὸ πνεῦμα, σὲ ἄλλῃ μελέτῃ.

Φίλες καὶ φίλοι μὴ νομίσετε ὅτι τὸ θέμα ἔχει ὁλοκληρωθεί, τώρα ἀνοίγουν οἱ Πύλες…

Hellenicpaedia.gr / Γλωσσολογία / Κέντρο Συγκριτικῆς Γλωσσολογίας Ὁ Ἀθηναγόρας

 

 


[1] Καραπάνου, Δωδώνη 62. ἀρ. 12. 63. ἀρ. 28. Πλουτάρχου, Ἴσις καὶ Ὄσιρις, 71. Στραβ. Ζ, ἀποσπάσματα 1 – 2. Εὐσταθίου Σχόλια στην Ὀδύσσεια ΧΙ. 327. Σοφοκλέους Τραχινίαι 172. Eclog ΙΧ, 13.

[2] Alfred Maury, Histoire des Religions, τομ. Β. 381 καὶ ἑξῆς.

[3] Ἰστορία τοῦ Ἀρχαίου Ἰσραὴλ. Τομ. Α. σελ. 283. Ἐκδ. Ἔλευσις. Ἐκ τῶν Ἑλλήνων παρέλαβον οἱ ἀρχαῖοι λαοὶ τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ Θαμοὺς – Ἀδώνιδος.

[4] Ἀτυχῶς τὰ ἑβραϊκὰ ὀνόματα τῆς ἐπιστολῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθοῦν, ἐλλείψει ἑβραϊκῶν στοιχείων.

[5] Γεν. 3, 6. 49. 26 Παροιμ. 19, 22.

[6] Ἀπολλοδ. Γ. 14, 4.

[7] Ὁμηρ. Ἰλιὰς Ζ 184.

[8] Ὀδύσσεια ε 283.

[9] Λεξικὸν ἐγκυκλοπαιδικόν, Ν. Πολίτου, τομ. στ´. σελ. 313.

[10] Μητροπολίτου Ἀθηναγόρα, «Αἰκατερίνη». Ἐκδόσεις Ἔλευσις.

[11] Στράβων 666.

[12] Στράβων 346, 457.

[13] Περὶ τῆς λέξεως, κήφκάφ, βράχος, πέτρα, ἐν ἀλλῃ μελέτῃ διὰ πολλῶν.

[14] Ἡμερολόγιον Μ. Ἑλλάδος, ΑΠΚΒ´, σελ. 406.