Πόθεν η ονομασία ΜΟΡΕΑΣ

Ελληνικά

Αγαπητοί αναγνώστες δημοσιεύσαμε ήδη δύο μελέτες, «Πόθεν η ονομασία Δούναβης και Μεσσαρέα». Πριν διαβάσετε την τρίτη μελέτη, θεωρούμε φρόνιμο να σας ενημερώσουμε ότι οι ανωτέρω μελέτες και αυτές που θα ακολουθήσουν, εντάσσονται στην ενότητα «Φως από τα βάθη των Υδάτων». Η προσπάθειά μας δεν είναι να σας πληροφορήσουμε πόσα γνωρίζουμε, αλλά να σας δείξουμε πόσα σημαντικά νοήματα, της γλώσσας μας, βρίσκονται, στηρίζονται και πηγάζουν από τη λέξη «ύδωρ», από την παλαιολιθική εποχή μέχρι τις μέρες μας.

Η εμπειρία από την ανακοίνωση των πρώτων μελετών μας, μάς βεβαιώνει ότι η επιθυμία σας για κάτι πιο καθαρό προσκρούει στις υπάρχουσες «δοξασίες», οι οποίες όπως έχουν διαμορφωθεί εμποδίζουν –ακόμα και τον καλοπροαίρετο αναγνώστη– στην αποδοχή νέων εξηγήσεων για τα αυτονόητα.

Άλλη σπουδαία διαπίστωση είναι ότι ενώ συμφωνούμε στην ουσία, διαφωνούμε στην διατύπωση του χρόνου. Συγκεκριμένα, εμείς εξηγούμε τις λέξεις όσο είναι δυνατόν ερευνώντας τις απαρχές. Εσείς τις παραλαμβάνετε από την κλασική αρχαιότητα και εντεύθεν, όπου η αξία της λέξεως έχει αλλάξει νόημα, ή πιο σωστά έχει αποκτήσει όχι μία, αλλά δύο και τρεις και περισσότερες έννοιες.

Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα για να κατανοήσετε του λόγου το αληθές. Η ομηρική λέξη «αιδώς» εξηγείται σήμερα «ντροπή». Είναι όμως έτσι; Όταν ο Οδυσσέας πηγαίνει και μεταφέρει στον Αχιλλέα την απόφαση του Αγαμέμνονα, τον αποκαλεί «αιδείον», δηλαδή σεβάσμιον, το άξιο σεβασμού. Αλλά και το της γυναικός, αποκαλείται «αιδείον». Φυσικά, αφού, οι ομιλούντες την ελληνική γλώσσα την εποχή εκείνη, ζουν κινούνται και αναπνέουν σε μια φυσιολατρική θρησκεία και κοινωνία, όπου για την πηγή της ζωής, τη λέξη σεβασμό και όχι ντροπή έχουν ορίσει γιά το της γυναικός. Δεν θα επεκταθώ στην παρούσα στιγμή.

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, τι να καταλάβουν οι συντάκτες των ετυμολογικών (και όχι ετοιμολογικό όπως ένας αναγνώστης μάς έγραψε, λες και αναφέρεται σε έτοιμο ρούχο) λεξικών; Γι’ αυτό, «αιδώς Έλληνες». Αλλά ας προχωρήσουμε στην ετυμολόγηση της λέξεως «Μορέας».

Πόσο οι σοφοί μας και κάποτε και αυτοί οι κορυφαίοι δεν μπόρεσαν να εισδύσουν στα μυστικά της γλώσσας μας καταδεικνύεται από όσα δημοσιεύσαμε, και θα δημοσιεύσουμε στη συνέχεια περί Απίας, Πλουμαρίου, Βοδά, Καλλονής και των άλλων λέξεων, που έχουν την αρχήν τους από τα ύδατα και το υγρό στοιχείο εν γένει.

Ο κ. Χατζιδάκης[43] στην μελέτη του «Περί του ετύμου της λέξεως Μορέας» γράφει: «Η ετυμολογική εξέτασις των τοπικών ονομάτων όσα εκ προϊστορικών χρόνων διεσώθησαν, η κατά τον πολλαχώς σκοτεινόν Μεσον αιώνα επλάσθησαν, πολλά παρέχει πράγματα τοις γλωσσοδίφοις και ιστορικοίς. Δια τούτο η επιστημονική μέθοδος υπαγορεύει μάλλον ν’ απεχώμεθα νυν αυτών, άτε πάντοτε σχεδόν προκειμένου περί παρακινδυνευμένης αποπείρας, ανά παν βήμα κινδυνεύομεν να σφαλώμεν».[44]

 Παρά ταύτα ο κ. Χατζιδάκης επιχείρησε να βρει την ετυμολογία του ονόματος Μορέας, την οποία ο Παπαρρηγόπουλος ωνόμασε, «Σφίγγα μη τυχούσαν ακόμη τον Οιδίποδά της». Ο Χατζιδάκης, ως συνήθως, με τους μορφολογικούς, τονικούς και φθογγολογικούς νόμους του, αναιρώντας όλες τις μέχρι αυτού επιχειριθείσες ετυμολογίες της λέξης Μορέας ως εσφαλμένες, βρίσκει ότι η ετυμολογία του ονόματος από το δέντρο της μορέας (μουριάς) είναι αληθής, η μόνη αληθής. (Σελ. 16, 23.)

Ατυχώς όμως, όπως οι προ αυτού, έτσι και αυτός δεν υπήρξε ο προσδοκώμενος Οιδίπους, διότι, όπως οι άλλοι, και αυτός αγνόησε την αληθινή, την πραγματική, την προαιώνια σημασία της λέξης, η οποία σημαίνει την θάλασσα. Άλα μαρμαρέην[45], λέγει, αλλά και την αιγίδα του Διός μαρμαρέην επίσης αποκαλεί:

Και τότ’ άρα Κρονίδης έλετ’ αιγίδα / θυσανόεσσαν μαρμαρέην, Ίδην δε / κατά νεφέεσσι κάλυψεν αστράψας.[46] [Και τότε ο Δίας έλαβε την αιγίδα την κροσσωτή και ακτινιβολούσα, και την Ίδη κάλυψε με σύννεφα και άστραψε.]

Αιγίς του Διός ήταν η καταιγίδα και ο όμβριος, ο αθέσφατος. Ασφαλώς το επίθετο «μάρμαρος» έχει την αρχήν του στην αντανάκλαση, την ακτινοβολία των υδάτων· και μαρμαρυγή και μαρμαίρω (ακτινοβολώ, λαμποκοπώ) επίσης.

Αυτό το αναπτύξαμε στην άλλη σχετική μελέτη μας περί Πλουμαρίου (θα αναρτηθεί σύντομα)· αυτό ακριβώς λέμε και τώρα. Οι ρίζες μερ, μαρ, μορ στην πρωτόγονη Ελληνική γλώσσα, έπειτα την Ομηρική και εφεξής, σημαίνουν το ύδωρ, το νερό· και οπουδήποτε στην Ελλάδα απαντάτε η τοπωνυμία αυτή, ασφαλώς εκεί υπάρχουν μερά = νερά. Έτσι, σύμφωνα με την πληροφορία που έχουμε από τον ελλογιμώτατο Σύμβουλο της Επικρατείας κ. Πουλίτσα, ο Μαριός, πόλισμα της Λακωνικής, είναι υδατοβριθής· αλλά και κοντά στον Πύργο υπάρχει λίμνη Μουρεά. Μόριον δε, όπως γράψαμε, στην υδατοβριθή περιοχή του Πλουμαρίου Λέσβου. Μόρνης ποταμός που πηγάζει από τον Τυμφρηστό. Μορμώ ή Γοργώ, η Μέδουσα, η μητέρα του Πηγάσσου και του Χρυσάορος. Μόριος Ζευς, ο Μεριταίος και Μάρνης και Νάϊος. Μόριος αρχικά η θαλάσσια θεά Αθηνά. Μορφώ η Χρυσέη Αφροδίτη που γεννήθηκε από τον αφρό της θάλασσας. Μόρυχος ο Διόνυσος. Μόρφω, χωριό της Κύπρου στην πεδιάδα της Μεσσαρέας. Μεραί, κατά τον Ησύχιο ποταμός. Μερμώδης, ποταμός της Ηπειρωτικής Αλβανίας. Μαρούσος ποταμός· Μάργης, όνομα ποταμού. Μάρπησσα, θυγατέρα του Ευήνου ποταμού. Μαρώνιος ποταμός. Μαραθών ο υδατοβριθής. Μαρδάχη, πηγή ύδατος, κεφαλόβρυση. Μαρδάχα, μία από τις κυριώτερες πηγές του Αχελώου πλησίον της Μονής Τατάρνης στην Ευρυτανία. Μορακέα, χωριό της υδρηλής Άνδρου. Μόρη, τοπωνυμία στους Παξούς, πλησίον της πηγής Μυρσά. Μάρισσος ποταμός, ο σημερινός Μοράβα, ο Ομηρικός Μάρις του Αμισοδώρου.[47] Μαρζούνη και ποταμιά η Άρτεμις. Μοργιά ή Μουργιά επί του Αλφειού ποταμού. Μουζάνι, παραπόταμος του Πηνειού της Ιωνίας.

Miira σανσκριτικά ο Ωκεανός, η θάλασσα. Miririr φινλανδικά η Αφροδίτη. Σουμερικά Miririir ή Nana η Αφροδίτη, θεά των υδάτων και του χρυσού, η Ζηρήνη· mare λατινικά η θάλασσα, more σλαβικά η θάλασσα, το ύδωρ, λέξεις που αντιγράφηκαν από την Ελληνική. Μαρδούκ ο βαβυλώνιος θεός, γιός του Έα, θεού των υδάτων. Μάριον, Μαρίνα, Μόρφον, Μαρόνι, χωριό της Κύπρου, της όντως Χρυσής. Μαρόνι, χρυσοφόρος ποταμός της Ν. Αμερικής. Μαριούπολις της Ουκρανίας, παρά τις εκβολές του ποταμού Καλμίου. Μαρ περσικά ο όφις, ο εκπρόσωπος των υδάτων αλλά και του χρυσού.[48]

Κατά τον Ησύχιο, ο όφις λεγόταν αμάρυγγος. Μάριν οι Κύπριοι και Κρήτες τον συν (χοίρο), κατά τον Ησύχιο, όχι μόνο για την διαμονή και ευχαρίστηση στον βόρβορο, αλλά και διότι εθεωρείτο σύμβολο του χρυσού· μάρις, μέτρο υγρών. Μάραξος όνομα μηνός, ο Απελλαίος· κατά την ίδια έννοια ένεκα των βροχοπτώσεων κατά την διάρκειά του· μαρίς η και αφύη (σαρδέλα) κατά την αυτήν έννοια· μαρούλι ο θριδακίνος λόγω της υδροχαρούς φύσης του. Μάρων στην ομηρική Ίσμαρο, την  παραγωγό πολλού οίνου.

[Θα σταθούμε για λίγο και να σχολιάσουμε την ομηρική χώρα Ίσμαρο. Στα Αργοναυτικά στίχοι 77 – 78 ο Ιάσονας απευθύνεται: Ορφέα υιέ της Καλλιόπης και του Οιάγρου, που βασιλεύεις στην Βιστονίαν μεταξύ των Κικόνων. Αλλά ας διαβάσουμε και τον «θείο ποιητή» Όμηρο: Από το Ίλιον ο άνεμος στους Κίκονες με πήρε, στην Ίσμαρο· εκεί χάλασα και πολιτεία κι ανθρώπους κ.λπ. Ίσμαρος και Βιστονία, είναι ο ίδιος γεωγραφικός χώρος. Γνωρίζουμε ότι η ιστορική Βιστονία, βρίσκεται στην δυτική Θράκη. Για την Ίσμαρο τι γνωρίζουμε; Πόσα πράγματα πρέπει να γνωρίσουμε, πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση του Ομήρου…].

  Αλλά ας επανέλθουμε στο άρθρο μας. Μαραθών, όχι βέβαια λόγω του πολλού δήθεν εκεί φυόμενου μαράθου, αλλά, όπως είπαμε, ένεκα των  πολλών υδάτων του τόπου, όπως μαρτυρούν και τοπωνυμίες του: Άνω και Κάτω Σούλι. Μαρατιό, χωριό της Άρτας που μετονομάστηκε σε Πολύδροσο. Μαραθιά, χωριά που έχουν ύδατα στην Ευρυτανία, το Γύθειο, το Ναύπλιο, την Ικαρία, την Κύπρο, την Χαλκιδική, την Κέρκυρα, την Σάμο και αλλού. Μαργαρίτι, χωριό της επαρχίας Παραμυθιάς, που διαρρέετε από πολλούς χειμάρρους. Μαργης, δύο ποταμοί κατά την αρχαιότητα. Μαρούτ, θεοί των θυελλών της Ινδικής Μυθολογίας. Μάρνης, ποταμός της Γαλλίας. Μάρις, ποταμός της Ρουμανίας. Μαρσύας, όνομα ποταμών στην Φρυγία, Καρία και Συρία. [Ανακαλέστε απ’ την μνήμη σας την αντιπαλότητα του Απόλλωνος και του μουσικού Μαρσύα· ο μύθος θα λάβει άλλη, τη σωστή του διάσταση].  Τόμαρος ο Ζευς, και Τόμαρος επίσης όρος όπου η Δωδώνη, ο σήμερα λεγόμενος Ολύμπτσικα, ο Όλυμπος του Ομήρου. [Σκεφτήκατε πως όταν βρίζετε κάποιον ως παλιάνθρωπο τι του λέτε;].  Ιμερτή η υδατοβριθής Λέσβος. Αμαρυσία η Άρτεμις, και Αμαρούσιον ο πλήρης υδάτων τόπος της Αττικής. Μαρεώτης λίμνη η και Μαρία λεγομένη. Μαρία είναι η ελληνική απόδοση της Εβραϊκής λέξης Μαργιάμ, επί το ελληνικώτερον Μαριάμ. Μαρ, όπως είδαμε, είναι το ύδωρ, αλλά και γιαμ (εβραϊκά) ύδωρ επίσης σημαίνει, και μάλιστα το θαλάσσιο, η θάλασσα· μάγιμ, τα ύδατα· μαγιά, η πηγή και μάκτωρ επίσης πηγή, το ελληνικό Μακαρία, πηγή στον Μαραθώνα. Πρώτη γυναίκα στην Αγία Γραφή που φέρει το όνομα Μαριάμ είναι η αδελφή των Μωϋσέως και Ααρών, η οποία ύμνησε τον θεό προεξάρχουσα του χορού των Εβραίων γυναικών[49] μετά την διέλευση των Εβραίων της Ερυθράς θαλάσσης, της Γιαμ Σουφ = Μπεγιάμ Σουφ, θάλασσας των φυκών με την ίδια σημασία, της mari edomi κατά την αυτή έννοια· της mare cshari (αιγυπτιακά), δηλαδή της θάλασσας της Σχερίας, διότι, αρχικά, κατά την ομηρική και προομηρική εποχή, η θάλασσα της Σχερίας Φαιακίας λεγόταν Ερυθρά, όπως Ερύθεια λεγόταν η νήσος των Παξών καθώς η Κέρκυρα και η Ήπειρος, λόγω των πολύτιμων χρυσοφόρων μετάλλων τους. [50] (Θα γίνει πλήρης γλωσσολογική και θρησκειολογική ανάλυση, σε ειδικό κεφάλαιο για την Ήπειρο και την Σχερία). Η εβραϊκή ονομασία της Ερυθράς θαλάσσης ως Γιαμ Σουφ είναι αυτή καθαυτή η προελληνική Σισύφειος θάλασσα· είναι δε πλέον μαρτυρημένο ότι Σίσυφος, ο οποίος κατά τον Όμηρο ήταν γιός του Αιόλου[51] και σύζυγος της Μερόπης, σημαίνει θάλασσα.[52]

Μορέα η ελαία, η ιερή μάλιστα της Αθηνάς, λόγω του υγρού της σύστασής της· μόρον, το συκάμινο το πλήρες χυμού, μορρία ύλη, εκ της οποίας κατασκεύαζαν αγγεία, τα υγρορρόα μόρια. Μόρος, είδος θαλάσσιου ιχθύος· μορμύρω, επί ύδατος ρέοντος ποταμού· και τα εκ της ρίζας μυρ, όπως μύραινον, μύρινος, μυρίνη, μυρσίνη, μύρον, μυρτίνη (είδος απιδιάς ή και ελαιόδενδρου), και μυρτός επίσης, μύμηξ, ύφαλος, Μυρμιδών, γιός του Ποδειδώνος· μύρω = ρέω και τα λοιπά στο ύδωρ αναφέρονται. Μορφύνω = καλλωπίζω, εξ ου εύμορφος κατά την αυτήν έννοια της λέξης καλλονή· μόργος, σκύτινο αγγείο ύδατος, μορτή η καλλιεργούμενη γη, συνεπώς η αρώσιμος, η ποτισμένη· μοραβάτης, η ναυς που ρίπτεται στο νερό· αλλά και οι χρυσοθήρες, διότι στην αρχαιότατη εποχή οι Πρωτοέλληνες, πλέοντες προς όλα τα μεταλλοφόρα μέρη του κόσμου, πορίζονταν τον χρυσόν τους εκπολιτίζοντες συγχρόνως τους άγριους και βάρβαρους εκείνους λαούς, οι οποίοι σήμερα προβάλλουν αξιώσεις πρωτοπολιτισμού, οι δείλαιοι (δυστυχείς)!!!

Για τον λόγο αυτόν και οι πειρατές, κατά τον Ησύχιο, λέγονταν μερμερικοί. Μοράβα, παραπόταμος του Δουνάβεως. Μοραλή Κοζάνης το μετονομασθέν Ρυάκι. Μοράφτη, χωριό της επαρχίας Κιλκίς. Μορφάτι, χωριό της επαρχίας Παραμυθίας. Μόρνος, ποταμός της Ελλάδος, ο αρχαίος Ύλαιθος. Μόρα, χωριό της επαρχίας Ξάνθης, Μορκιού και Μόρνα, χωριά της Ηπείρου· Μαρίνος, χείμαρος στην Αίνη.

Δεδομένου πράγματι ότι το ύδωρ υπολογίζεται κατά βάρος εις τα 75% της ζώσης ύλης του ενηλίκου ανθρώπου τε ύδωρ, το μορ είναι περίπου 59% το βάρος του σώματος.[53] Μπορούμε να δεχθούμε ότι η λέξις μόρος ο θάνατος, είναι ομόριζος του μορτός βροτός. Σανσκριτικά Mar θνήσκειν· mrtas νεκρός. Ζενδικά mar το θνήσκειν, maretam βροτός. Εβραϊκά μάβεθ ο θάνατος. Λατινικά morior θνήσκω, mors θάνατος.

Επίσης και οι ελληνικές λέξεις μαρασμός, μαράζι, αναφέρονται στην αλλοίωση των ανθρωπίνων υγρών και την μόλυνση αυτών, όπου το σώμα μαραγκιάζει, καθ’ όσον μορύσσω σημαίνει μολύνω· διά το οποίο και οι άνθρωποι καλούνται, Μέροπες άνθρωποι· αλλά ως λέξις μόρος, το ίδιο και η πότμος την αυτή έννοια έχει, αναφερόμενη στα ύδατα και τα υγρά.

Πότμος δεν παράγεται ως γράφουν οι λεξικογράφοι εκ του πίπτω με τη έννοια την οποία έχει σήμερα, αλλ’ εκ του ποτ βοδ, όπου είναι το πρωτοελληνικό βόδα· επίσης και η λέξις θάνατος, δεν είναι άσχετος προς το ύδωρ, του θ εναλλασομένου με το δ. Η λέξη δαν, δε, ταν, τήνος λέγεται ο όφις ο εκπρόσωπος αρχικά του ύδατος και συνεπώς του χρυσού· από εδώ και ο όφις αείποτε στην αρχέγονη ανθρωπότητα θεωρήθηκε ως αίτιος του θανάτου, του ηθικού ιδίως θανάτου του ανθρώπου, της αμαρτίας, λέξη και αυτή εκ του ύδατος έχουσα την αρχήν της. Άμβροτος – αθάνατος και  αμβροσία η τροφή των θεών η παρέχουσα την αθανασία· διά τούτο και το αίμα το εκ της πληγής που ρέει λέγεται βρότος· ότι δε η λέξις βρο δηλώνει το ύδωρ, καταφαίνεται εκ της λέξεως βροχή, βροντή, η προάγγελος του Υετού, βρόγχος η τραχεία αρτηρία, βρόχω = πίνω. Βρόμιος ο Διόνυσος, ο Βάκχος, ο θεός του οίνου· βρότατος ο υδατοτραφής βάτραχος, τον οποίον στην πατρίδα μου, κούβακα αναφέρουμε· κουβάν δε τον καδίσκον του ύδατος. (Πατρίδα του συγγραφέα Αθηναγόρα, είναι τα Αλάτσατα της Ερυθραίας, απέναντι από τη Λέσβο).

Μέροψ κύριον όνομα, και κοινό πάντων των ανθρώπων, Μέροπες βροτοί αναφέρονται εις το ύδωρ. Μέδρα θυγάτηρ της Ατλαντίδος. Μερόπη μία των Πλειάδων σύζυγος του Σισύφου· άλλωστε η ρίζα μερ και η κατάληξις οπ είναι λέξεις δι’ των οποίων εκφράζονται η έννοια του ύδατος αφ’ ενός, αλλά και του φωτός αφ’ ετέρου. Φως και ύδωρ και χρυσός παρά των αρχαίων ήταν ταυτοσήμαντοΌψ οπός ο οφθαλμός, οπώπη η όψη, ο οφθαλμός, η οπή· οπεύει = περισκοπεί, βλέπει, κατά τον Ησύχιο· αλλά και οπή είναι το όρυγμα, η τρύπα ως οπή του φρέατος· εκ της ρίζης δε οπ οφ ασφαλώς έχει την αρχή του και ο όφις.

Μέρα πάλιν κατά τον Ησύχιον οι οφθαλμοί, οι και άλλως λεγόμενοι όπτιλοι, όσσε, όκταλοι, όκκοι αγωγαίοι· το ομηρικό φάεα, και το του Ησυχίου βῶροι· βωρ όμως η πηγή, ο πόρος· ώστε οι οφθαλμοί σημαίνουν πηγαί, και πράγματι είναι πηγές δακρύων. Το κεφαλόβρυσο η νερομάννα λέγεται μάτι, ως μάτι λέγεται και το μεταλείο· διότι το ύδωρ έχει άμεση σχέση προς τα μέταλλα και μάλιστα τον χρυσό· η θάλασσα δεν είναι η μεγαλυτέρα αποθήκη του χρυσού; οι ποταμοί δεν λέγονται χρυσορρόαι και αργυροδίναι;

Εκ πάντων τούτων και απείρων άλλων, αποδεικνύεται ότι το όνομα μορέας αναφέρεται στο ύδωρ· για αυτό τον λόγο δε ονομάσθηκε Πελοπόννησος, επειδή είναι πλήρης υδάτων· ως εκ των πολλών ποταμών αυτής, διά τον αυτό λόγο εκαλείτο και Πίειρα[54] και Πολύφορβος και Απία.

Αν δε το δένδρο Μωρέα έλαβε το όνομα τούτο, το οφείλει εις το υδατοτραφές αυτού, ως έλαβε αυτό και άλλο της αυτής φύσεως δένδρο, η Ελαία, διά το υγρό αυτής εκθλιβόμενο, το έλαιόν της.[55] Μωρ δε λέγονται θαμνώδη φυτά εις τα βαλτώδη μέρη, και μώρω = ρέω· και μορμύρω επί των υδάτων. Αυτή είναι η αλήθεια η μόνη αλήθεια η μη διαψευδομένη.

Ελπίζουμε μέσα από τον καταιγισμό τόσο γλωσσολογικών πληροφοριών, να σας φανούμε χρήσιμοι στην ανάγνωση των αρχαίων κειμένων, αφήνοντας πίσω την παραφιλολογία, που επί τόσα χρόνια μας παραπληροφορούσε, φορώντας τον μανδύα της επιστημονικότητάς της. Σκεφτείτε πόσους συνδυασμούς έχετε τη δυνατότητα κάνετε σε λέξεις, από αυτές που ακόμα ακούγονται και σώζονται στις ιδιαίτερες πατρίδες μας. Έφτασε ο «καιρός», όλοι εμείς οι ανώνυμοι εραστές της ελληνικής γλώσσας να ορθώσουμε ανάστημα αφήνοντας πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος.

 

hellenicpaedia.gr / Γλωσσολογία / ©Κέντρον Συγκριτικής Γλωσσολογίας Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[44] Γλωσσολογικαὶ Μελέται τομ. Αʹ σελ. 1 βλέπε καὶ Εʹ τόμον Ἀθηνᾶς καὶ Κ. Σάθα Μεσ. Ἑλλην. Ἱστορία τομ. Αʹ σελ. λδ.
[45] Ἰλιὰς Ξ 273.
[46] Ἰλιὰς Ρ 594.
[47] Ἰλιὰς Π 319, 327.
[48] Εὐκαίρως ἀκαίρως ἑκάστοτε ἀναγράφομεν τὰς μυστικὰς ταύτας ἰδιότητας σκοπίμως, διότι ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι λίαν σπουδαία, ὡς θὰ καταδειχθῇ ἐν ἄλλῃ Μελέτῃ ὑμῶν.
[49] Καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μαριὰμ εἰς τὸ ὕδωρ ἀναφέρονται Αἰγυπτιακὰ καὶ Ἑλληνικὰ μώϋ τὸ ὕδωρ. Ἀαρὼν ἐπίσης, α τὸ ὕδωρ,  ἄα πολλὰ ὕδατα. [50] Champollion, I’Egypte sous les Pharaon, τόμ. Α´. Β. 52.
[51] Ἰλιὰς VI, 154.
[52] Alfred Maury, Histoire des Religions de la Grèce antique, τόμ. Α, σελ. 306. Ὁ Σίσυφος ἦν βασιλεὺς τῆς Κορίνθου· ἀλλ’ ἀρχικὴ Κόρινθος εἶναι ἡ Κέρκυρα – Παξοί.
[53] Σπυρίδωνος Δ. Δοντᾶ Ἀκαδημαϊκοῦ καὶ Καθηγητοῦ τῆς Πειραματικῆς Φυσιολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν σχετικὸν ἄρθρον ἐν Ἐγκυκλοπαιδικῷ Λεξικῷ Ἐλευθερουδάκη, τόμ. 12, σελ. 437.
[54] Ὑμνος εἰς Ἀπόλλωνα 419, 365 στιχ.
[55] Ἰλιὰς Ψ, 281 Ὀδύσσεια ζ, 72.