Πόθεν η ονομασία Μεσσαρέα

Ελληνικά

Εσείς, οι 43.699 αναγνώστες του άρθρου «Πόθεν η ονομασία Δούναβης», με την συμπαράστασή σας, μας οδηγήσατε να στραφούμε με περισσότερη προσοχή στα γλωσσολογικά θέματα. Επιθυμία μας είναι να είμαστε χρήσιμοι, και όχι αρεστοί. Καλή ανάγνωση και απόλαυση του κειμένου… την εποχή που γράφτηκε, το Πανεπιστημιακό κατεστημένο (και όχι μόνο) γύρισε τις πλάτες του, σε συγγραφέα και κείμενο.

Ο Ηπειρώτης, λόγιος, Κωνσταντίνος Μέρτζιος, ο οποίος κακοποίησε πλήθος Ηπειρωτικών ελληνικώτατων τοπωνυμιών, δεν εφείσθη ούτε της πάγκοινης εντός της Ελλάδας τοπωνυμίας Μεσσαρέα. Αυτός θέλει την πανελλήνια αυτήν τοποθεσία να προέρχεται «από την τουρκική λέξη mezari = χωράφια σπαρμένα, η mezar = τύμβος, τάφος· υπάρχει, λέγει, και στην σλαβική mesara = χασάπικο και misar = ξυλόγατα, παγίδα για τους ποντικούς». Ζεύς πάτερ ελέησον!!!

Ποια σχέση μπορούν να έχουν με την λέξη αυτήν στην Ήπειρο τα μεζάρια των Τούρκων, ή το χασάπικο, ή η ξυλόγατα των Σλάβων; Επειδή γύρω από την λέξη αυτήν έγινε πριν πολλά χρόνια πολύς λόγος, έχει για μας ιδιαίτερη αξία να ασχοληθούμε με την έννοιά της, ώστε να καταφανή, πέραν των άλλων, η επιπολαιότητά μας, των Ελλήνων, οι οποίοι, μη μελετώντας την αθάνατη γλώσσα μας, ζητούμε να την ερμηνεύσουμε μέσω των τουρκικών, σλαβικών, ιταλικών ή κάποιας άλλης γλώσσας.

Η τοπωνυμία Μεσσαριά ή Μεσσαρέα ή Μεσσάρα, Μασσάρα, Μασσάδα, Μισαριά, που απαντά στην Άνδρο, Κύθνο, Θήρα, Σχινούσα, Ικαρία, Ρόδο, Κέρκυρα, Ήπειρο ως όνομα χωριών, στην Κω ως όνομα εύφορων περιοχών, ακόμη δε στην Πελοπόννησο και Κεφαλληνία και αλλού, βεβαίως δεν είναι σύνθετη, όπως την θέλουν, από τις λέξεις μέσος και όρος (βουνό), ούτε απλώς προέρχεται εκ του μέσος, σημαίνουσα τόπον κείμενο εν μέσω ορέων ή κείμενο εν μέσω ωρισμένης ηπειρωτικής περιοχής ή νήσων, δηλαδή Μεσαορία· κάλλιστα δύναται η Μεσσαρία να κείται και εν μέσω των ορέων, αλλ’ από τούτο τι εξάγεται;

Ο αείμνηστος Αντώνιος Μηλιαράκης,[1] μη αποδεχόμενος την ως άνω ερμηνεία, επιχείρησε να εξηγήση ορθότερα, καθώς λέγει, το όνομα. Κατ’ αυτόν η λέξη είναι ξενική, εισαχθείσα στην ελληνική από τους Φράγκους και τους Ενετούς, προήλθε δε από την λέξη Masseria της παρηκμασμένης λατινικής και έλαβε παρετυμολογία τον τύπο Μεσσαριά στην Ελληνική.

Στα έγγραφα του μεσαίωνα, λέγει, η λέξη εμφανίζεται υπό τους τύπους massa, Massara, massada, masseria, messaria, massaritia, massaraticum, σήμαινε δε αρχικά κτήμα μετ’ επαύλεως αγροτικής, κατόπιν δε την επί του κτήματος κυριότητα. Massarias δε εκαλείτο ο καλλι-εργών την μασσάραν γεωργός, ο φύλακας αυτής ή και ο άποικος, επίσης δε και ο κατοικών εντός αυτής· και προσθέτει:

Παρ’ Ιταλοίς, ως γράφει ο Δουκάγγιος, εσήμαινε και τον φύλακα των πολεμικών σκευών και άλλων δημοσίων εργαλείων, και τον φύλακα έτι του δημοσίου ταμείου, εξ ου προέκυψε και ο τίτλος Massaria σημαίνων το αξίωμα του Μασσαρίου του διοικούντος τον δημόσιον θησαυρόν, και ο επί των μασσαρίων magister Massariorum, ο Maître massier, ο μαστρομάστορας κληθείς παρά των Ελλήνων.

Οι Λογγοβαρδικοί νόμοι περιέχουσι και διατάξεις περί του servus  massarias, όστις είναι ο υπό μασσάριον εργαζόμενος. Εν τοις λεξικοίς της Ιταλικής γλώσσης η λέξις αύτη ερμηνεύεται ως ανωτέρω, εν χρήσει ούσα έτι νυν· πολλά δε χωρία της Ιταλίας φέρουσι εκ τοιαύτης τινός αφορμής το όνομα Massaria.

Αυτά γράφει ο μακαρίτης Μηλιαράκης, συμπεραίνοντας ότι: Το όνομα τούτο εισήγαγον εις τας ελληνικάς χώρας οι Φράγκοι και οι Ενετοί ονομάζοντες ούτω τας γαίας, ας κατελάμβανον και εκαλλιέργουν ως απόλυτοι κύριοι και δεσπόται· φυσικώτατον δε είναι, προσθέτει, ότι κατελάμβανον τας ευφορωτάτας, τας πεδινάς και καταρδευομένας, ας εκαλλιέργουν είτα δι’ εγχωρίων καλλιεργητών, είτα δι’ αποίκων (Coloni) ή παροίκων, ως ωνόμαζον τότε οι Έλληνες τους Colonos, έμεινε δε και η λέξις εν Πάρω, καλουμένης της σημερινής πόλεως της Νήσου Παρκιάς, όπερ προήλθεν εκ του Παροικία.

Αυτά γράφει ο Μηλιαράκης αφού εξέτασε τα ιταλικά λεξικά, όπως ο κ. Μέρτζιος τα λεξικά των Βαλκανικών χωρών, χωρίς να λάβουν καθόλου υπ’ όψη τους τα Ελληνικά. Το ότι οι Φράγκοι και οι Ενετοί κατελάμβαναν και καλλιεργούσαν ως απόλυτοι κύριοι και δεσπότες τις ευφορώτατες πεδιάδες, αυτό είναι απολύτως φυσικό. Το ίδιο έπρατταν και οι Τούρκοι· όλα τα τσιφλίκια, δηλαδή όλες οι εύφοροι πεδιάδες ήσαν κτήματα και ιδιοκτησία τους, οι ταλαίπωροι Έλληνες ήσαν εργάτες τους. Το ότι όμως η λέξη Μεσσαριά είναι ξενική, δεν λέγω πλέον τουρκική ή σλαβική, και σημαίνει τάφον ή και ξυλόγατα όπως θέλει ο κ. Μέρτζιος, ή ιταλική όπως θέλει ο αείμνηστος Μηλιαράκης, η οποία εισήχθη από τους Φράγκους ή Ενετούς και σημαίνει κτήμα με έπαυλη αγροτική και την επί του κτήματος κυριότητα, δεν είναι αληθές· καταχρηστικώς κατάντησε να σημαίνη τούτο, αρχικώς όμως άλλη ήταν η έννοια της λέξης.

Η λέξη μες, Μεσσαριά είναι ελληνικώτατη και αρχαιότατη, υπάρχουσα σε χρήση στην Ελλάδα εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, και σημαίνει αρχικά τόπον καταρδευόμενον υπό υδάτων, και συνεπώς εύφορο. Μεσμέσα είναι λέξη ελληνική που σημαίνει ύδωρ· και Μεσσαρέα είναι χωριό, τόπος κατάρρυτος, δηλαδή τόπος που τον διαρρέουν πολλά ύδατα. Έτσι και η Μεσσαρέα της Άνδρου· αλλά και μόνον οι διάφορες ονομασίες της νήσου Υδρούσα, Νωναγρά, Επαγρίς, Λασία και Άρνη, αρκούν για να αποδείξουν το υδρογεμές και κατάρρυτο της νήσου, με τις πηγές της και τα ρείθρα άφθονων υδάτων και των ποταμών και ρυακιών της. Και όχι μόνον οι γενικές αλλά και επί μέρους τοπωνυμίες Καμάρα, Λουριά, Βιτάλη, Βαρίδι, Βώρη, Βόρι, Τένη, Βαρή, Βλυχές, Μελάγκυνας, Σκοινιά, Μάρμαρο, Μπότσι, Καλαμίτης, Φελλό, Φλέα, Θυραί, Μελίτη, Μέλισσα, Μελιός, Μεριά, Μεσσάδες, Μεσαρέα, Γάλια, Γιάλια, Άχλα, Κουβάρα, Δρακόσπηλο, Νυμφόσπηλο, Λιβάδια, Σεληνίτης, Μένητον, Στραπουριά, Μεσαθούρι, Ζέννο, Βατάνη, Φουντάνα, Βακόνια, Ακόη,[2] Μπιζιγρί, Καψογάλη, Κουρνά, Κατάκαλον, Σάριζα, Κυπρί, Βουρκωτή, Παλαιστό και πλείστες άλλες μαρτυρούν περίτρανα ότι η Μεσσαρέα της Άνδρου έχει το όνομα λόγω του πλήθους των υδάτων που ρέουν εκεί.[3]

Στην νήσο Κέω, Μεσσαριά ονομάζεται μια τοποθεσία, που απέχει περίπου μία ώρα από την πόλη της νήσου, με πολλά νερά· αλλά και το όνομα Κέως και Κως είναι δηλωτικά της φύσης τους· κόοι δε λέγονταν από τους αρχαίους τα κοίλα, τα φρέατα· στην Κω ένα από τα ποτάμια της λέγεται Μεσσαριά, οι δε τοπωνυμίες της Κέω (Καρθαία, Ποιήεσσα, Κορησία, Έλιξος) και μάλιστα η γενική ονομασία της Υδρούσα μαρτυρούν τα άφθονα ύδατά της· υπήρχε δε στην Κέω πηγή που ανέβλυζε ύδωρ βαρύτατον: Ηδεία ψυχροίο, ποτού λιβάς, ην αναβάλλει πηγή, αλλά νόω πέτρος ο τήσδε πιών.[4] [Γλυκειά δροσερή πόσιμη σταγόνα, ην οποία αναβλύζει πηγή· αλλά ο εξ αυτής πίνων σταθερός (κατά) τον νουν καθίσταται.]

Για την πηγή Βορίνη του Ιπποκράτους στην Κω γράψαμε σε άλλη μελέτη μας.[5] 

Στην Πάρο, στον δήμο Υρίας, υπάρχει θέση που ονομάζεται Μεσσαριά. Αυτό τούτο το όνομα Βάρος Πάρος φανερώνει την φυσική υπόσταση της νήσου. Αλλά και το όρος της «Μάρπησα» δηλώνει το ίδιο· το ίδιο μαρτυρούν άλλωστε και τα ονόματα των πρώτων οικιστών της Κλυτίου και Μέλητος· καθώς, επί πλέον, και οι γενικές ονομασίες της Πακτία, Καβαρνίς, Υρία, Υλήεσσα, Μινύα· πέραν τούτων και η εκεί λατρεία του Διονύσου, όπως και στην Άνδρο. Υρία Γυρία. Γύρι ή Γήρα είναι χωριό της Ζακύνθου αλλά και τοπωνυμίες, όχι άσχετες με την Μονή Γηρομερίου στις Φιλιάτες της Ηπείρου, στους πρόποδες της οποίας ρέει ο Γηρομερίτης ποταμός, ενώ πλησίον της αναβλύζει πηγή με άφθονα νερά. Γύρος στην Κέρκυρα, Γύρος και όρος στην Τήνο.

Εκτός της Μεσσαριάς στην Πάρο υπάρχει και τοπωνυμία Νάουσα, όπως δε γράφει ο Μηλιαράκης: «Nausa σημαίνει τόπον ένυγρον υπό υδάτων καταρδευόμενον»· αλλά το όνομα αυτό (νάω, νάουσα) είναι ελληνικώτατο και δηλώνει τόπο που ρέουν άφθονα νερά· και ο Θεός των βροχών, ο Όμβριος Ζευς, στην Δωδώνη εκαλείτο Νάϊος. Στην Σύρο, Μεσσαριά καλείται μεγάλη περιοχή που αποτελεί ευφορώτατο λεκανοπέδιο. Βεβαίως η νήσος αυτή ουδεμία σχέση έχει με την ομηρική, για την οποία γράψαμε στο «Φως από τα βάθη των Αιώνων»,[6] αλλά η ρίζα του ονόματος «συ» αναφέρεται στον χρυσό και το ύδωρ, το σου, όπως και περί τούτου αναγράψαμε.[7] Αλλά και το ότι στο νησί λατρεύονταν ο Ασφάλιος Ποσειδών και η Αμφιτρίτη μαρτυρεί περίτρανα για το όνομά του, επίκουρος δε σ’ αυτήν την μαρτυρία έρχεται και η αρχαία ονομασία της Υδρούσα.

Στην Ρόδο Μεσσαριά λέγεται χωριό κείμενο σε πεδιάδα που διαρρέει ποταμός· και όχι μακριά απ’ αυτό βρίσκονται το Πλημμύριον και η Βάτις· η Ρόδος, θυγατέρα της Αλέας και του Ποσειδώνος, εκαλείτο Μακαρία.

Στην Κύθνο, η οποία έχει θερμά ιαματικά νερά, υπήρχε Μεσσαρέα· λόγω δε των υδάτων της εκαλείτο Δρυοπίς, ήταν δε ο όφις αρχικά σύμβολο του ύδατος, κατά δε την μυστικώτερη έννοια και του χρυσού.

Στην Κρήτη Μεσσαριά και Μεσσαρέ καλείται η μεγαλύτερη και σημαντικώτερη πεδιάδα της, η οποία διαρρέεται από ποταμούς και ρυάκια· λέγεται δε ότι η Μεσσαριά ήταν λίμνη, τώρα πλέον αποξηραμένη.

Στην Κύπρο Μεσσαριά ή Μεσσαρηά λέγεται μέρος πεδιάδας που διαρρέει ο ποταμός Πηδιάς. Η Κύπρος, όπως η Κρήτη, λέγεται Κέρατος αλλά και Οφιούσα και Μακαρία, έννοιες ταυτοσήμαντες, διότι Όφις και Μάκαρ βρίσκονται στην αυτή έννοια, και μάλιστα την μυστικώτερη, αυτήν του χρυσού. Είναι δε πλέον πασίγνωστο ότι η Κύπρος, εκτός των τόσων άλλων μετάλλων, έχει και πολύ χρυσό. Η Μεσσαριά Κύπρου λεγόταν και Σύβαρις κατά την ίδια σημασία, διότι η λέξη σημαίνει τόπο υδάτων. Σύβαρις πηγή στους Δελφούς, Συβαρις ποταμός στην Μεγάλη Ελλάδα, Σύβαρις (άλλη) πηγή στην Αχαΐα, Σύβριτα στην Κρήτη.

Μεσσαρέα στην Κεφαλληνία, όπου και Μαρσιάς· θα εκτεινόταν σε μάκρος η σύντομη αυτή μελέτη μας, αν εξετάζαμε τις διάφορες τοπωνυμίες της νήσου που έχουν την ίδια έννοια της Μεσσαρέας.[8] Το αυτό ισχύει και για την Λευκάδα, όπου υπάρχει Μεσσαρέα.[9] Μεσσαρέα υπάρχει και στην φημισμένη για τα άφθονα νερά της Τήνο, στα οποία οφείλεται και το όνομά της καθώς και τα άλλα, Υδρούσα και Οφιούσα. Μεσσαρέα και στην Ικαρία, το νησί του Διονύσου, εκ της οποίας ο ονομαστός στους αρχαίους Πράμνιος οίνος. Μεσσαρέα και στην Θήρα Φήρα Βήρα την και Καλλίστη, της οποίας πρώτος οικιστής υπήρξε ο εγκατασταθείς εκεί από τον Κάδμο Μεβλίαρος. Μεβλίαρος εκαλείτο και η Ανάφη, η έχουσα επίσης άφθονες πηγές, όπως και ο σοφός γλωσσολόγος – γιατρός Ι. Θωμόπουλος[10] παρατήρησε. Μεσσάρα επίσης και στην Σχινούσα, από την οποία έλαβε το όνομα ο υδροχαρής σχοίνος. Για τους ίδιους λόγους και στην Κορινθία, Κέρκυρα και Πελοπόννησο η ονομασία Μεσσαρέα, η οποία είναι αρχαιότατη.

Μεσσαρέα, τέλος, και στην Ήπειρο, από την οποία λάβαμε την αφορμή να γράψουμε όλα τούτα άπαξ δια παντός, διευκρινίζοντας την αληθινή έννοια του ονόματος. Στην Ήπειρο, όπως γνωρίζουμε, επακριβώς δε πληροφορηθήκαμε από τον ελλόγιμο φίλο Ηπειρώτη κ. Αναστάσίο Ν. Τάση, Μεσσαριά λέγουν τόπους με πολλά νερά· έτσι στο χωριό του Κατσικά, που απέχει ελάχιστα από τα Ιωάννινα, Μεσσαριά αποκαλούν έναν τόπο στον οποίο τον χειμώνα αναβλύζει άφθονο νερό, κατά δε την άνοιξη και το θέρος λόγω της υγρότητας αναφύεται άφθονο χορτάρι για βοσκή των ζώων. Μέσσαρος δε λεγόταν και ο γιος του Ποσειδώνος, θεού των θαλασσίων υδάτων και των ποταμών.

Ανάλογες τοποθεσίες υπάρχουν και άλλες· μία είναι η τοπωνυμία Μάζι σε πολλά σημεία της Ηπείρου, που σημαίνει τόπο με νερά. Μάζι, ποταμός της Αχαΐας, εξ αυτής δε της ονομασίας προέρχονται και οι: Μάζαρα, Μαζαρακιά, Μαζαράκι, πεδιάδες, εύφοροι αγροί. Μαζεύς ήταν ένα από τα επίθετα του Υετίου Διός. Μάζαρος δε και ποταμός στον Σελινούντα της Σικελίας· είπαμε αγρός, διότι και η λέξη αυτή σημαίνει ό,τι και όλες οι Μεσσαρέες, δηλαδή τόπον διαρρεόμενο και γονιμοποιούμενο υπό των υδάτων· η ρίζα αγ, αιγ αναφέρεται στο υγρό στοιχείο· Αιγεύς, Αιγαίον Πέλαγος, Αιγαίων, ο με την ίδια σημασία Βρυάρεως.

Οι ομηρικές Αιγαί «όθι Ποσεδώνος κλυτά δώματ’ έασιν μαρμαίροντα».[11] Αίγιον Πελοπονήσου, Αίγινα, η θυγατέρα του Ασωπού. Αίγυπτος, αρχικώς ο Νείλος ποταμός.[12] Αγανίππη, πηγή στον Ελικώνα. Αγνή, πηγή στην Αρκαδία. ΑιγιάλειαΑιγιαλός. Αίγειρα, το υδροχαρές δέντρο. Αίγας, γιός του Δράκοντος Πύθωνος, συνώνυμος της Χίμαιρας. Αιγίοχος, ο Ζευς και Αιγίς, η θύελλα, η καταιγίδα. Ώγυγος, Ωγήν, Ωκεανός· αίγες δε και τα κύματα. Η Αιξ Αμάλθεια και το κέρας της ουδόλως είναι άσχετα με τα ζωογόνα νάματα· τόσο το ζώο αιξ, όσο και η αγελάς στην αφθονία του γάλακτός τους έχουν την αρχήν τους, διότι γάλα, οίνος, έλαιον, μέλι, αίμα στα υγρά στοιχεία αναφέρονται· «υγρόν έλαιον»,[13] «υγρόν γάλα» και τα παρόμοια.

Γέλας ποταμός. Γάλος, ποταμός της Φρυγίας. Γαλακώ, πηγή στην Λακωνία. Γαλαξαύρη, Νύμφη Ωκεανίδα. Γαλάξιον, ποταμός στην Βοιωτία. Γαλήνη, νύμφη Νηρηΐδα. Γαλλικός, ποταμός της Μακεδονίας, ο Εχέδωρος των αρχαίων. Αιμονία, πηγή πάνω στην Όσσα.[14]

Με όσα γράψαμε αναφορικά με το θέμα μεσ ως δηλωτικού του ύδατος, ούτε κατ’ ελάχιστον εξαντλήσαμε το θέμα μας. Θα συνιστούσε μακρά πραγματεία να γράψουμε ιδιαιτέρως για κάθε μία των παραγομένων εκ του μεσ τοπωνυμιών, για τούτο αναφέρουμε μόνο μία, η οποία έχει αγνοηθή παντελώς, και αυτή είναι η καλουμένη  Μέσσοβον ή Μέτσοβον. Ο κ. Μέρτζιος βεβαίως θα την ήθελε σλαβική, ο δε κ. Σούλης βλάχικη· και όμως είναι πανάρχαια ελληνικώτατη τοπωνυμία, που έλαβε το όνομά της από την θέση στην οποία βρίσκεται, δίπλα στις πηγές του Αράχθου ποταμού. Συνεπώς σημαίνει τόπο που διαρρέεται από νερά, αυτό ακριβώς που δηλώνει και το άλλο χωριό κοντά στο Μέσσοβον, το Βουδονάσι.

Πιστεύεται δε ότι κατά την αρχαιότητα στους τόπους αυτούς κατοικούσαν οι Αίθικες, ονομασία η οποία, όπως και αυτή της  Αιθιοπίας, σημαίνει ό,τι και το Μεσσοβον, ό,τι και η Μεσσαρέα.

Είχαμε ήδη γράψει αυτά όταν, αναδιφώντας τις γλωσσολογικές μελέτες του Γ. Ν. Χατζιδάκη, είδαμε ότι ασχολήθηκε και αυτός με την τοπωνυμία Μεσσαρέα, αναιρώντας τον Μηλιαράκη σε όσα έγραψε αναφορικά με την υπό των Φράγκων δήθεν και Ενετών δοθείσα ονομασία Μεσσαρέα.[15]

Ο σοφός Καθηγητής, αναιρώντας εκείνον σε 64 σελίδες του συγγράμματός του, υποστηρίζει ότι «η παραγωγή της λέξεως μεσσαρίαμεσσαρέα εκ του μέσοςμεσαρίςμεσάρι είναι ομαλή και γλωσσικώς κάλλιστα δυνατή· και ότι η λέξις μεσαρέα (εκ του μεσάρις) σημαίνει τα εν μέσω, τα εντός, τα μεταξύ»· παρατίθενται δε και σχετικές εργασίες πολλών εκ των μαθητών του, οι οποίοι σήμερα κατέχουν τιμητικές θέσεις στα Πανεπιστήμια και την Ακαδημία, χωρίς ούτε αυτός ούτε οι μαθητές του να υποπτευθούν την σημασία της λέξης και τοπωνυμίας αυτής, την μόνη αληθή, την μόνη φυσική, την μόνη ενδεδειγμένη.

Το όνομα Μεσσαρέα πρέπει να γράφεται με δύο “σ”, όπως η ταυτοσήμαντη Μεσσήνη, η οποία έλαβε το όνομα από τα νερά των ποταμών που την διαρρέουν. Μεσσήνη, κατά τον Ησύχιο, είναι η περιοχή που έχει κοιλάδες, στις οποίες αθροίζεται το νερό της βροχής. Μεσσιά ο κρουνός, η βρύση στο Τσακλίκι της Θράκης.[16] Μεσσηίς, κρήνη στην Θεσσαλία της Αργολίδος. Μέσσα, η αρχαία πόλη της Λακωνικής προς τον όρμο της Μεζάπης. Μεζαπεαί, αρχαία πολίχνη που έχει ιερό του Διος βορρείως των Βρυσεών, προς τους πρόποδες του Ταϋγέτου. Μεσσάπη, τόπος επί του οποίου κτίστηκε η Πάτρα. Μεσσάπη, ποταμός στην Λασσαία χώρα της Δ. Κρήτης. Τριόπης, εκείνος που έχει άμεση σχέση με το ύδωρ, είχε θυγατέρα ονομαζόμενη Μεσσήνη. Μέσμα, αρχαία πόλη της ΝΑ Ιταλίας, αποικία των Λοκρών, αλλά και ποταμός της· μαστός, μεστός, μεστόω = πληρώ, γεμίζω. Μήτις, θυγατέρα του Ωκεανού. Μέση Καλλονής Λέσβου, τόπος γεμάτος έλη. Μεσσαπεύς, ο Όμβριος Ζευς. Μέσσαπος, γιός του Ποσειδώνος. Παμισσός, ποταμός της Μεσσηνίας. Τερμησσός, πηγή στον Ελικώνα. Τις λέξεις που λήγουν σε -σσος οι σοφοί περί τα τοιαύτα θεωρούν συνήθως ως ξενικές· και όμως είναι ελληνικώτατες· σε -σσος δε, καταλήγουν τα ονόματα πολλών ποταμών ή τόπων με άφθονα νερά, όπως Κηφισσός, Ιλισσός, Βρυλησσός, Παρνασσός κ.λπ.

Στην εφημερίδα «Παξοί», την 1 Νοεμβρίου 1938, δημοσιεύθηκαν  τα ακόλουθα: Ο  «Μέσωνας» των Παξών.

Εις το χωρίον Μποϊκάτικα των Μαγαζειών και πλησίον της αγροικίας του Διευθυντού μας υπάρχει η αρχαία τοπωνυμία «Μέσωνας» αναφερομένη εις πλείστα παλαιά έγγραφα. Η λέξις αύτη κατά τον σοφόν ιστορικόν και γλωσσολόγον Μητροπολίτην, τέως Παραμυθίας, κ. Αθηναγόραν, σημαίνει τόπον πλήρη υδάτων. «Οι αρχαίοι κάτοικοι της Νήσου, μας γράφει, γινώσκοντες το εκεί ύδωρ, ωνόμασαν ούτω την τοποθεσίαν». Και πράγματι ο τόπος εκείνος είναι σχεδόν πάντοτε κατά τους χειμερινούς μήνας πλήρεις υδάτων άτινα δια μέσου τάφρου συρρέουν εις Ερημίτην, όπου υπάρχει η μεγαλειτέρα εις απόδοσιν ύδατος πηγή της Νήσου. Υδρολόγος εξ Αθηνών επισκεφθείς κατά το θέρος του παρελθόντος έτους την Νήσον μας, ανεύρεν εις μικράν απόστασιν από του «Μέσωνα» προς τον τάφρον εις βάθος 40 μέτρων ύδωρ του οποίου η απόδοσις φθάνει τα 15 κυβικά μέτρα το 24ωρον κατά τους θερινούς μήνας. Νομίζομεν ότι η περιφέρεια του «Μέσωνα» αξίζει να ερευνηθή επιμελέστερον, διότι είναι εύκολον να ευρεθή το ύδωρ εις ολιγώτερον βάθος και να ανορυχθή εκεί ένα φρέαρ, εξ ου οι κάτοικοι των πέριξ χωρίων θα δύνανται να υδρεύωνται χωρίς να μεταβαίνωσιν εις πηγάς κειμένας εις μακρυνά και δύσβατα μέρη.

Είπαμε ότι η λέξη Μεσσαρέα είναι ελληνική, εξ αυτής δε την έλαβαν όλες οι γλώσσες του αρχαίου κόσμου, οι οποίες είναι αντιγραφή της ελληνικής και πρωτοελληνικής γλώσσας. Το «μ» σε όλες τις γλώσσες, είτε μόνο είτε σε σύνθεση, στο ύδωρ αναφέρεται. Μα είναι στα αραβικά το ύδωρ, μαρ περσιστί ο όφις, ο εκπρόσωπος των υδάτων, μεμ μιμ αραβικά και εβραϊκά το ρέον, και μάλιστα με ταχύτητα, ύδωρ. Αιγυπτιακά ονομάζεται Μώυ· στην σουμεριακή γλώσσα mesa είναι η σπονδή και me η θυσία. Μα το ύδωρ και im η βροχή, εβραϊστί μαγιάν η πηγή. Γιαμ τα ύδατα· με ζελ ο οίνος, μεσεκά = χύνειν, το χύσιμο ιδίως μετάλλου· μεαρά το κοίλωμα, το σπήλαιον·[17] μετσολά το βάθος της θάλασσας, μακώρ το φρέαρ, μεσάχ το έλαιον, μισκά ο υδρότοπος.

Στην αραβική γλώσσα μεσίλ ο τόπος όπου το ρέει ύδωρ, η κοίτη ύδατος· μεστά το χειμαδιό, ο χειμώνας· μεσρέπ το ποτό· μεσρά η ποτίστρα· μασδάρ η πηγή· μεταχίρ οι υδρορροές· μετά η βροχή· μακτάρ η σταγώνα· μένπε η πηγή· μεβδζ το κύμα· μεσέ η υδροχαρής δρυς· μαδέν το κεφαλάρι ύδατος αλλά και το μεταλλείο· τα ύδατα και μέταλλα στους αρχαίους συνταυτίζονται· μεσράχ αραβιστί τόπος ποτισμένος και συνεπώς πλήρης χόρτου· και μενπίτ τόπος χλόης, μουστενχίρ ο ποταμός που κατά την ροή του σχηματίζει κοίτη· μενσέ αραβικά εκ του νισάτ η πηγή και ναπή η πηγή, το ύδωρ· νέβφελ αρβ. η θάλασσα, νους περσικά ο πίνων· μεστ περσ. ο μεθυσμένος· το «γλεύκους μεμεστωμένοι»[18] της Γραφής και περσικά μεστικιάρ ο μεθυστικός, και μεστί η μέθη· μούλ δε ο οίνος. Τουρκικά μεστλίκ η μέθη· ο οίνος, όπως είδαμε, λέγεται έτσι σαν υγρή ουσία· έτσι, για τον λόγο αυτόν, και το μέλι. Σανσκριτικά madha το μέθυ, το μέλι. Σλαβικά med και βουλγαρικά met το μέλι, ζενδιστί mada, ιρλανδικά mid. Γαλικανικά medd, βρεττανικά mer το υδρόμελο. Κέλτικα medu, Αλβανικά mezi.

Στα Λυδικά–Πρωτοελληνικά μώλαξ ο οίνος, κατά τον Ησύχιο, και Μόλος γιός του Δευκαλίωνος. Λατινικά Mactor = θύω. Αρχικά δε η θυσία ήταν το ύδωρ· για τούτο και με την ίδια σημασία οι θυσίες υπό των Λακώνων σιάδες, κατά τον Ησύχιο· αλλά και ο οίνος και το μέλι· madens, ο διάβροχος. Μαιώτις λίμνη. Τέλος στα Σουμερικά με λέγεται το ύδωρ, Μαίανδρος ποταμός. Σανκριτικά roma το ελληνικό ρεύμα, ρύμη.

Όλα αυτά και όσα άλλα παρόμοια μαρτυρούν την προέλευσή τους από την ελληνική γλώσσα, πράγμα το οποίο δεν δύνανται να κατανοήσουν εθελοτυφλούντες οι σοφοί.

©Hellenicpaedia.gr / Γλωσσολογία / Κέντρο Συγκριτικής Γλωσσολογίας Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Δελτίον Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἐταιρείας τῆς Ἑλλάδος, τομ. Δʹ σελ. 423 - 474.

[2] Ἀκόαι ὑπὸ Μ. Ἰουλίου Ἀπελλᾶ ὀνομάζονται αἱ Θέρμαι, δεξαμεναί, ὑδραγωγεῖα. Τὸν Ἀπελλᾶν διέταξεν ὁ θεὸς ἐν Ἐπιδαύρῳ «πρὸς ταῖς ἀκόαις ἐν βαλανείῳ προστρίβεσθαι τῷ τοίχῳ» (F. d’ Epidaure σελ. 33 ἀριθ. 5).

[3] Δημητρίου Πασχάλη. Ἡ Ἄνδρος πολλαχοῦ· καὶ ἄλλο ἔργον περὶ Τοπωνυμιῶν τῆς Ἄνδρου. Βλέπε καὶ τὸ ἡμέτερον περὶ Πλουμαρίου τῆς Λέσβου.

[4] Α. Μηλιαράκη, Κυκλαδικά, σελ. 50.

[5] Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ὑδατων τεῦχος Αʹ.

[6] Οὐσκουδάμα, τα Θρακικά, σελ. 25. ὑπὸ ἔκδοσιν.

[7] Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ὑδατων, Πλουμάριον σελ. 7.

[8] Συλλογὴ ὀνοματοθεσιῶν τῆς Νήσου Κεφαλληνίας, ὑπὸ Ἠλ. Τσιτσέλη.

[9] Σπυρ. Βλαντῆ ἡ Νῆσος Λευκάς, 1915 Ἀθῆναι.

[10] Ἰακ. Θωμόπουλου. Πελασγικὰ Β´ σελ. 185.

[11] Ὀδύσσεια ε 381. Ἰλιὰς Ν 17.

[12] Ὀδύσσεια ξ 246, 258, δ 355.

[13] Ἰλιὰς Ψ 281. Ὀδύσσεια ζ 79.

[14] Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Ὑδάτων: Πλουμάριον. Καλονὴ - Ἀχέρων.

[15] Γλωσσικαὶ Μελέται, ὑπὸ Γ. Ν. Χατζιδάκη, τομ. Αʹ. σελ. 115 καὶ ἑξῆς.

[16] Θρακικὰ Ἡσ. 331.

[17] Φῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Αἰώνων, Αι νήσοι των Παξών, σελ. 102 - 130.

[18] Πράξεις Β´, 13.