Πόθεν η ονομασία ΔΟΥΝΑΒΙΣ

Ελληνικά

Σε ένα χρόνο λειτουργίας η «Ελληνοπαιδεία» ξεπέρασε τους 45.000 αναγνώστες. Αντλώντας δύναμη από την δική σας αναζήτηση, σας παρουσιάζουμε σήμερα την αναλυτική μελέτη για τη λέξη «δούναβις». Πολλά και διάφορα έχουν γραφεί γιά τη λέξη αυτή, από άξιους γλωσσολόγους, αλλά μόνο άξιους, όχι όμως και γλωσσολόγους. Η επιστήμη της γλωσσολογίας είναι σύνθετη και δεν δέχεται «ίσως» και «νομίζω», ώστε να εντυπωσιαστεί η ακαδημαϊκή κοινότητα και ο ανύποπτος αναγνώστης, και να εισπράττουν θαυμασμό που δεν αξίζουν.

Διαβάστε με ποιο τρόπο ο Γερμανός γλωσσολόγος Βάϋερ, υποθέτει… πως ίσως, κάποτε κ.λπ. Καλή ανάγνωση…

Γράφτηκε προ πολλού1 ότι ο αποκαλούμενος από μας (τους Έλληνες) Δούναβις, Δανούβιος από τους Ρωμαίους, ήταν άγνωστος στους αρχαιότερους Έλληνες μ’ αυτό το όνομα, τον αποκαλούσαν δε οι Έλληνες, ήδη από τον αιώνα του Ησιόδου Ίστρον.2 Και ότι όσον αφορά στο έτυμο της λέξης Δούναβις, ο Βάϋερ3υποθέτει ότι υπήρξε κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους κάποιος λαός στην Ευρώπη, στην γλώσσα του οποίου η λέξη ταν, τον, δον, η δουνάϊ σήμαινε εν γένει ύδωρ· από την λέξη πήγασαν βαθμηδόν τα ονόματα πολλών ποταμών, όπως Τάναϊς, Δανάπερις, Δανάστερ, Δανούβιος, Δον, Δούνα, Ηριδανός, Ροδανός κ.λπ. Είναι δε, λέγει, πολύ περίεργο ως κυρωτικό της υπόθεσης αυτής ότι οι Οσσήται, κάποια φυλή στον Καύκασο, με την λέξη δον εννοούν το ύδωρ εν γένει, και ότι όλους τους ποταμούς που κατέρχονται από τα βουνά αποκαλούν με αυτό το όνομα.

Αλήθεια, οι Σοφοί, ενώ βλέπουν τα πάντα, εκείνο που είναι προφανές το παραβλέπουν, δεν θέλουν να το δουν, πλανώμενοι και πλανώντες· υποθέτουν ότι υπήρχε κατά την αρχαιότητα κάποιος λαός στην Ευρώπη, στην γλώσσα του οποίου η λέξη «δον» σήμαινε το ύδωρ.

Και ανακαλύπτουν τον λαό αυτόν στους Ουσήτες του Καυκάσου, τον οποίο συνεπώς θεωρούν ως τον αρχικό λαό, παρά του οποίου οι άλλοι λαοί έλαβαν την γλώσσα και τα συμπαρομαρτούντα· αλλά λησμόνησαν οι σοφοί, η δεν θέλησαν να θυμηθούν, ότι ο λαός αυτός είναι ο Ελληνικός, αυτός και μόνος, ο οποίος εκπολίτισε όλον τον βάρβαρο κόσμο, μηδέ αυτών των Ουσιτών, Σουμερίων, Βαβυλωνίων, Αιγυπτίων εξαιρουμένων, ο Πρωτοελληνικός λαός, εκείνος που έδωσε σε όλους και γλώσσα, και πολιτισμό, και θεολογία, και τα πάντα.

Ο Ηρόδοτος, εκείνος ο οποίος τόσο πολύ συσκότισε την Ελληνική ιστορία με τις πληροφορίες που έλαβε από τους ιερείς της Αιγύπτου, οι οποίοι ήθελαν τα πάντα να προέρχωνται από αυτούς, «σχεδόν, λέγει, και τα πάντα των θεών τα ονόματα εξ Αιγύπτου ελήλυθε εις την Ελλάδα»·4 ενώ συνέβη το αντίθετο. Ούτε είναι αλήθεια ότι οι Κάδμος, Αίγυπτος, Δαναός, Κέκρωψ, Ίναχος, Ηρακλής, Περσεύς και Διόνυσος ήλθαν απ’ έξω στην Ελλάδα, αλλά ήσαν γηγενείς και αυτόχθονες Έλληνες.

Αναντίρρητα δεν είναι ανάγκη να ανατρέξουμε στους Ουσσήτες του Καυκάσου για να μάθουμε ότι η λέξη δον σημαίνει κυρίως ύδωρ. Οι Έλληνες προ δεκάδων χιλιάδων ετών αποκαλούσαν το ύδωρ δον δων, τον δε θεό των υδάτων Ποσειδώνα· όπως επίσης τον πατέρα «ανδρών τε θεών τε», τον Υψιμέδοντα, τον Νεφεληγερέτην, τον Όμβριον, τον Υέτιον Δία, Δωδωναίον έλεγαν· και το όνομα τούτο ήταν το ιερότερο των ονομάτων του ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες, γι’ αυτό και ο εκπρόσωπος της Ελληνικής φυλής Αχιλλεύς σ’ αυτόν προσευχόταν και αυτόν αποκαλείτο: Ζευ, άνα Δωδωναίε, Πελασγικέ τηλόθι ναίων, Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρους,5 (Ζευ, βασιλιά Δωδωναίε, Πελασγικέ που μακριά βλέπεις, της δυσχείμερου Δωδώνης άρχοντα (προστάτη), και είναι η επίκληση αυτή, όπως σε άλλη μελέτη αναφέρουμε, πολυτιμότατη για την ιστορία της Ηπείρου, της αρχαίας Ελλάδας και όλου του κόσμου.

Δων αποκαλούσαν οι Έλληνες το ύδωρ· για τούτο και τους θεούς των υποχθονίων υδάτων Αϊ-δων-έα και Ου-δαν-όν ωνόμαζαν· Η-δων-έα δε τον Διόνυσο, τον οποίο ωνάμαζαν και Ύην, Μαρωναίον, Ωμάδιον, Βρυσαίον, Θυωνέα. Από την άλλη, το ότι ο Διόνυσος διωκόμενος υπό του Λυκούργου έπεσε στην θάλασσα, όπου τον υποδέχθηκε η Θέτις,6 δηλώνει την υδατοειδή φύση του· γι’ αυτό και θεωρείται ως ανατραφείς από τις Υάδες Νύμφες, για τον ίδιο λόγο και η μητέρα του λεγόταν και Δυώνη Θυώνη· ως Διώνη δε λατρευόταν στην Δωδώνη και η σύζυγος του Διός. Διώνη δε εκαλείτο και η Δηώ, και η θεά της Γης, και η Δήμητρα. Διώνη αλλά και Δώνη και η μητέρα της γεννηθείσας από τον αφρό της θάλασσας χρυσής Αφροδίτης,7 που εκτός του ύδατος εκπροσωπούσε και τον χρυσό, το τιμιώτερο των μετάλλων. Άδωνις λεγόταν και ο εραστής της, γιος του παγχρύσου βασιλιά της Κύπρου Κιννύρα, ενώ υπάρχει και ποταμός Άδωνις στην Συρία. Διώνη εκαλείτο και η θυγατέρα του Άτλαντος, που είδε «πάντα τα βένθεα της θαλάσσης».8

Δων δον δαν οι Έλληνες καλούσαν το ύδωρ, για τούτο και τους ποταμούς ωνόμαζαν έτσι: Λάδων ποταμός, και Λαδογενής η Αφροδίτη, κατά τον Ησύχιο. Δώδων ποταμός ο και Καλαμάς καλούμενος, όπως θα διαλάβουμε σε άλλη μελέτη. Κελάδων ποταμός.9Κλάδων άλλος ποταμός στην Ήλιδα. Νέδων ποταμός Μεσσηνίας. Θερμώδων ποταμός του Ποντου και της Βοιωτίας. Ευρυμέδων ποταμός της Μ. Ασίας. Κύνδων ποταμός του Ελλησπόντου και της Πελοποννήσου, κατά τον Ησύχιο. Ηριδανός βαθυδίνης (με βαθιές, δηλ. επικίνδυνες, δίνες) ο Ομηρικός ποταμός της Ηπείρου· Απηδανός ή Απηδών άλλος ποταμός της. Ροδανός ποταμός, φέρων και αυτός ελληνικώτατο όνομα. Ιάρδανος ο Ομηρικός ποταμός, Ιάρδανος και ποταμός της Πελοποννήσου, και στην Κρήτη. Ιορδάνης ποταμός της Παλαιστίνης. Άδανος και Ανδάνης ποταμός της Μ. Ασίας· ήταν δε ο Άδανος, κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο, παιδί Γης και Ουρανού, αδελφός του Οφίωνος, συνεπώς και του Ωκεανού. Όφις δε και Δράκων ήσαν στους αρχαίους η προσωποποίηση, η συμβολική παράσταση του ύδατος και του χρυσού, για τούτο Λάδων λεγόταν ο δράκων, ο όφις, ο φύλακας των χρυσών μήλων των Εσπερίδων, γέννημα του Τυφώνος και της Εχίδνης. Τρίτων ποταμός στην Λιβύη, Κρήτη, Βοιωτία, και λίμνη Τριτωνίς η θάλασσα Κερκύρας – Παξών – Ηπείρου· και Τριτωνίς πηγή. Τριτώνη και Ατρυτώνη δε και η Αθηνά η Τριτογένεια·10 και Τρίτωνες οι θαλάσσιοι θεοί γιοι του Ποσειδώνος και της Αμφιτρίτης. Λάθων ποταμός κοντά στην πόλη των Εσπερίδων στην Λιβύη· αρχικά Λιβύη η Ήπειρος με τα νησιά της. Τάνις ποταμός της Κυνουρίας.11 Κατά την ίδια έννοια και οι ποταμοί Τάνας, Δανάπερις, Δανάστερ, Δούναβις, Δανούβις, Δούνα και λοιποί, φέρουν ονόματα ελληνικώτατα, διότι οι Έλληνες ήσαν οι ονοματοθέτες όλου του κόσμου.

Και όχι μόνον ποταμοί αλλά και πόλεις, και τοπωνυμίες, και πρόσωπα Ομηρικά της Μυθολογίας, που έχουν οπωσδήποτε σχέση με το ύδωρ, χαρακτηρίζονται από το δον-δαν-δαν· όπως Τιτάνες, οι αρχαίοι αρχικοί θεοί υδάτων και μετάλλων, αντίπαλοι του Διός. Μυρμυδόνες, θεωρούμενοι απόγονοι του Ασωπού ποταμού, ήταν δε ο Μυρμιδών γιος του Ποσειδώνος· και μύδος η υγρασία, και μηδαλέον το δίϋγρον, το διάβροχο. Αμυδών, πόλη πλάϊ στον Αξιό ποταμό. Ανθηδών και Ασπληδών, πόλεις παραποτάμιες της Βοιωτίας. Ασπληδών, γιος του Ποσειδώνος και της Νύμφης Μηδείας. Δωδωνίδες Νύμφες εκείνες που ανέθρεψαν τον Δία, θυγατέρες του Μελισσέως, και ιέρειες του Δωδωναίου Διός, οι αλλοιώς αποκαλούμενες Υάδες, Πλειάδες και Νυσσαίες λεγόμενες. Καλυδών, παρά τον Εύηνο ποταμό. Σιδών, θυγατέρα του Πόντου. Σιδούντα, τόπος με πάρα πολλά ύδατα στην Λεσβο, και Σιδούς παρά την Κόρινθο κατά την αυτήν έννοια, σιδόν· λευκό έλαιο, κατά τον Ησύχιο. Χαλκώδων, γιος του Αιγύπτου· αρχικά δε η Ήπειρος. Χαλκηδών, παρά την Χρυσούπολη, τόπος υδάτων και μετάλλων. Σαρπηδών, υιός του Ποσειδώνος. Αηδών, θυγατέρα του Πανδάρου και αδελφή της Νιόβης.

Δαν δην, η Γη. Δείνος Δίνος, δαν, δην, την, ζην, ταν, ο Δίας. Αλβανικά τίνε ο υγρός, τίνιαν το ύδωρ. Τίνια Ετρουσκικά ο Ζευς· και οι Κρήτες Τήνα, Δαν και Ταν έλεγαν τον Δία, όπως φαίνεται στα νομίσματα. Τάνε η κρήνη, αραβικά τανίν το φίδι, σύμβολο του ύδατος και του χρυσού, και εβραϊστί δαν ο όφις, και άρδινος τόπος φιδιών. Αρδάνιον, δοχείον ύδατος. Τήνος, η ονομαζόμενη και Υδρούσα για τα πολλά νερά της, αλλά και Οφιούσα για τα μέταλλά της.

Τις Ωκεανίδες Νύμφες ο Ησίοδος ονομάζει Τανυσφύρους. Τανύσφυρος λέγεται και η Περσεφόνη.12 Οι Αίγειρες, τα υδροχαρή αυτά δέντρα, λέγονταν Τανύρριζοι.13Πύθων, ο Δράκων των Δελφών. Κώθων, ποτήριον. Μαραθών, τόπος και ρείθρο στην Αττική πλήρης υδάτων και μετάλλων· δονώ, δόνησις, δίνη, συστροφή των υδάτων, βαθυδίνης ποταμός, δόναξ, ο κάλαμος, κάλαμος δε το ύδωρ· οιδάνω, φουσκώνω, και οίδμα το κύμα, η φουσκοθαλασσιά. Δείνος, ποτήρι· δάνος το δώρο, το δάνειο, δανείζω, σφεδανός ο λάβρος, ο ορμητικός. Χαλκώδων, βασιλιάς των Αβάντων· αβ και απ στην πρωτοελληνική γλώσσα το ύδωρ. Μυτανίς η Λέσβος, η πλήρης υδάτων και μετάλλων. Δάρδανος, γιος του Διός και της Ηλέκτρας, σύζυγος της Βατείας, της καταγομένης από τον Σκάμανδρο, και πατέρας του Εριχθονίου, γήμαντος και τούτου Αστυόχην την του Σιμόεντος ποταμού.14Ήταν δε ο Δάρδανος ένας από τους Καβείρους μεγάλους θεούς της προομηρικής εποχής, κυρίως των υδάτων και των μετάλλων· η μητέρα τους Καβείρα ήταν θυγατέρα του θαλάσσιου θεού Πρωτέως. Ο Εριχθόνιος, ταυτίζεται με τον Ερεχθέα, ο οποίος ταυτίζεται πάλι με τον Ποσειδώνα, «Ποσειδώνι Ερεχθεί», σύμφωνα με υπάρχουσα επιγραφή.

Δαναός γιος του Βήλου και της Αγχιρρόης, ο οποίος ήλθε –δήθεν– από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, ουδεμία σχέση έχει με το ξηρόν, όπως νομίζουν οι λεξικογράφοι, αναφέρεται στο ένυδρο· το ίδιο και οι Δαναΐδες θυγατέρες του. Δανάη η θυγατέρα του Ακρισίου και της Αγανίππης. Αγανίππη είναι και όνομα πηγής. Η Δανάη γέννησε από τον μεταμορφωθέντα σε χρυσή βροχή Δία τον Περσέα, που καρατόμησε την Μεδουσα – Γοργώ. Μέδων Μεδέων Υψιμέδων είναι ο Ζευς, ο θεός των υδάτων και του χρυσού. Μέδουσα δε η προσωποποίηση και αυτή των υδάτων και του χρυσού, η μητέρα των Πηγάσου και Χρυσάορος από τον Ποσειδώνα, τον κατ’ εξοχήν θεό της θάλασσας και του εντός αυτής χρυσού· ο δε Χρυσάωρ ήταν πατέρας εκ της Ωκεανίδος Καλλιρρόης του ισχυροτέρου όλων των θνητών βροτών Γηρυονέως, χρυσού και τούτου, τον κτείνε βίη Ηρακλείη βοών ένεκ’ ειλιπόδων αμφιρρύτω είν’ Ερυθείη,15 [(τον Γηρυόνη), τον οποίον εφόνευσε ο ισχυρός Ηρακλής στην ζωσμένη από νερά Ερύθεια για τα στριφτόποδα βόδια].

Σημειώνουμε απλώς ότι η Μέδουσα ή Γοργώ ήταν θυγατέρα του Φόρκυνος, ο οποίος, κατά τον Σχολιαστή του Ησιόδου, ήταν «η επιφορά των υδάτων», καθ’ ημάς δε και του χρυσού. Η δε Γοργώ λεγόταν υπό των αρχαίων και Χρυσή, διότι η μεγάλη αυτή θεά των Κερκυραίων Κορκυραίων Γοργυραίων ήταν συμβολική παράσταση του ενυπάρχοντος στις Γοργύρα Κόρκυρα και Παξούς χρυσού. Ηδωνίς η Θάσος, η οποία λεγόταν και Χρυσή και Ωγυγία και Αερία και Αίθρα, λόγω των χρυσοφόρων μετάλλων της. Οθωνοί Οδωνοί ήσαν οι χρυσοί Νήσοι των Παξών – Κερκύρας και τα γύρω τους μικρά Νησιά.

Από όλα αυτά καταδεικνύεται ότι ο αρχαίος λαός, ο καλών δων η δαν το ύδωρ, τον οποίο μάταια αναζητούν στον Καύκασο και τα βάρβαρα μέρη, είναι ο Ελληνικός λαός, ο πρωτοελληνικός, ο πρώτος θαλασσοπόρος λαός, αυτός που έπλευσε απ’ τα νησιά μας και την Ήπειρο προ δεκάδων χιλιάδων ετών προς όλες τις ηπείρους του κόσμου και έδωσε ελληνικά ονόματα παντού, αποβαίνοντας έτσι ονοματοδότης της Οικουμένης και εκπολιτιστής της.

Hellenicpaedia.gr / Γλωσσολογία / Κέντρο Συγκριτικής Γλωσσολογίας Ο Αθηναγόρας.

 

 

1 Πανδώρα, τομ. Ζ και Η, σελ. 125, Η υποσημείωση.

2 Ησιόδου, Θεογονία 338. Ηρόδοτος 2. 33. 4,50.99. Αρριανός 1,3.

3 Commt Acad. Petrop. Τομ. 9 σελ. 375.

4 Ηρόδοτος Β, 50.

5 Ιλιάς Π, 433

6 Ιλιάς Ζ, 135.

7 Ιλιάς Ε, 370.

8 Οδύσσεια α, 52.

9 Ιλιάς Η, 133.

10 Ιλιάς Δ, 515. Θ, 39. Χ, 183. Οδύσσεια γ, 378.

11 Παυσανίας Β, 48 6.

12 Ύμνος εις την Δήμητρα.

13 Ασπίς Ηρακλέους 337.

14 Απολλοδώρου 3. 12. 1.

15 Ησιόδου, Θεογονία, 287, 980,