Περί Ελλήνων

Ελληνικά

Ἕλληνας εἶναι πιὸ ἐγωιστὴς ἀπὸ μᾶς καὶ συνεπῶς καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου. Τὸ ἄτομό του εἶναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατὰ τὸ ρητὸ τοῦ Πρω-ταγόρα. Ἀδεύσμευτο, αὐθαίρετο καὶ ἀτίθασο, ἀλλὰ καὶ ἀληθινὰ ἐλεύθερο ὀρθώνεται τὸ Ἐγὼ τῶν Ἑλλήνων. Χάρις σὲ αὐτὸ σκεφθήκανε πηγαῖα πρῶτοι αὐτοί, ὅσα ἐμεῖς ἀναγκαζόμαστε σήμερα νὰ σκεφθοῦμε σύμφωνα μὲ τὴν σκέψη τους. Χάρις σὲ αὐτὸ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τους καὶ ὄχι μὲ τὰ μάτια ἐκείνων ποὺ εἶδαν πρὶν ἀπ᾿ αὐτούς. Χάρις σὲ αὐτὸ ἡ σχέση τους μὲ τὸ σύμπαν, μὲ τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀνθρώπους δὲν μπαγιατεύει, ἀλλὰ εἶναι πάντα νέα, δροσερὴ καὶ τὸ κάθε τι, χάρις σὲ αὐτὸ τὸ Ἐγώ, ἀντιχτυπάει σὰν πρωτοφανέρωτο στὴν ψυχή τους. Εἶναι ὅμως καὶ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ πηγὴ τοῦτο τὸ χάρισμα. Τὸ ἴδιο Ἐγώ, ποὺ οἰκοδομεῖ τὰ ἰδανικὰ πολιτικὰ συστήματα, αὐτὸ διαλύει καὶ τὶς πραγματικὲς πολιτεῖες τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἦρθαν οἱ καιροὶ ὅπου ὁ ἑλληνικὸς ἐγωισμὸς ξέχασε τὴν τέχνη ποὺ οἰκοδομεῖ τοὺς ἰδανικοὺς κόσμους, ἀλλὰ δὲν ξέχασε τὴν τέχνη ποὺ γκρεμίζει τὶς πραγματικὲς πολιτεῖες. Καὶ ἐμεῖς τοὺς συναντήσαμε, καλέ μου Ἀτίλιε, σὲ τέτοιους καιροὺς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ κρίση μας γι᾿ αὐτοὺς συμβαίνει νὰ εἶναι τόσο αὐστηρή, ποὺ κάποτε καταντάει ἄδικη.

Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι; Ἡ μοῖρα μᾶς ἔταξε νομοθέτες τοῦ κόσμου καὶ τὸ ἑλληνικὸ ἄτομο περιφρονεῖ τὸν Νόμο. Δὲν παραδέχεται ἄλλη κρίση δικαίου παρὰ τὴν ἀτομική του, ποὺ δυστυχῶς στηρίζεται σὲ ἀτομικὰ κριτήρια. Ἀπορεῖς πῶς ἡ πατρίδα τῶν πιὸ μεγάλων νομοθετῶν ἔχει τόση λίγη πίστη στὸν νόμο. Καὶ ὅμως ἀπὸ τέτοιες ἀντιθέσεις πλέκεται ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ πορεία τῆς ζωῆς των. Σπάνια οἱ Ἕλληνες πείθονται «τοῖς κείνων ρήμασι». Πείθονται μόνο στὰ ρήματα τὰ δικά τους καὶ ἢ ἀλλάζουν τοὺς νόμους κάθε λίγο, ἀνάλογα μὲ τὰ κέφια τῆς στιγμῆς ἤ, ὅταν δὲν μποροῦν νὰ τοὺς ἀλλάξουν, τοὺς ἀντιμετωπίζουν σὰν ἐχθρικὲς δυνάμεις καὶ τότε μεταχειρίζονται ἐναντίον τους ἢ τὴν βία ἢ τὸν δόλο. Ἄ! τόσο τὴν χαίρεται ὁ Ἕλληνας τὴν εὔστροφη καταδολίευσή τους, τοὺς σοφιστικοὺς διαλογισμοὺς ποὺ μεταβάλλουν τοὺς νόμους σὲ ράκη!

Ἕλληνας ἔχει πιὸ ἀδύναμη μνήμη ἀπὸ μᾶς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔχει λιγώτερη συνέχεια στὸν πολιτικό του βίο. Εἶναι ἀνυπόμονος καὶ κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τὰ πράγματα, ἀποφασίζει ριζικὲς μεταρρυθμίσεις. Θὲς νὰ σαγηνέψης τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου σὲ μιὰ πόλη ἑλληνική;

Πές τους: «Σᾶς ὑπόσχομαι ἀλλαγή».

Πές τους: «Θὰ θεσπίσω νέους νόμους».

Αὐτὸ ἀρκεῖ· μὲ αὐτὸ χορταίνει ἡ ἀνυπομονησία του, τὸ ἁψίκορο πάθος του. Τὶ φαεινὲς συλλήψεις θὰ βρῆς μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ἑλληνικὰ δημιουργήματα τῆς ἰδιοτροπίας τῆς στιγμῆς! Ἐμεῖς δειλὰ–δειλὰ καὶ μόνο μὲ τὸ χέρι τοῦ Πραίτορα τολμήσαμε, διολισθαίνοντας μέσα στοὺς αἰῶνες, νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τοὺς ἄκαμπτους κλοιοὺς τῆς Δωδεκαδέλτου μας, καὶ πάλι διατηρῶντας ὅλους τοὺς τύπους, ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ περιβλήματα. Τούτη ἡ ὑποκρισία τῶν μορφῶν, ὅταν ἡ οὐσία ἀλλάζει, δείχνει πόση εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη μας μπρὸς σὲ κάθε τι ποὺ εἶναι θεσμὸς καὶ ἔθος καὶ παράδοση, πόσο τὸ παρελθὸν καὶ ἡ συνέχειά του βαραίνουν στὴν πορεία μας καὶ πόσο δίκαια ἀντέχομε αἰῶνες, ἐκεῖ ποὺ οἱ Ἕλληνες ἐκάμφθηκαν σὲ δεκαετίες.

Μέσα στοὺς πιὸ πολλοὺς Ἕλληνες, ἅμα σκαλίσης λίγο, θὰ βρῆς ἕναν ἰσχνὸν ὑπερόπτη Κοριολανό, ἕναν ἄσημον ἐκδικητικὸν Ἀλκιβιάδη, ἕνα Ἐγὼ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν πατρίδα. Ὄχι βέβαια σὲ ὅλους· ἀλλοιῶς δὲν θὰ ὑπῆρχαν σήμερα πιὰ ἑλληνικὲς πόλεις. Ἀλλὰ ὅποιος διοικεῖ, σὰν καὶ σένα, ἕνα λαό, πρέπει νὰ γνωρίζη τὶς ἄρχουσες ροπές, ποὺ δὲν φτάνουν βέβαια ὣς τὴν φανερὴ ἀκρότητα τοῦ ὡραίου Ἀθηναίου ἢ τοῦ δικοῦ μας Γάϊου Μάρκου, ἀλλὰ ποὺ τείνουν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Οἱ πολλοί, ἀπὸ χίλιους δυὸ λόγους, γιατὶ εἶναι πιὸ μικροὶ καὶ πιὸ ἀδύνατοι, σταματοῦν μεσοδρομίς. Μὰ καὶ μὲ αὐτοὺς τὸ κακὸ γίνεται.

Οἱ Ἕλληνες λίγα πράγματα σέβονται καὶ σπάνια ὅλοι τους τὰ ἴδια. Καὶ πρὸς καλοῦ καὶ πρὸς κακοῦ στέκουν ἀπάνω ἀπὸ τὰ πράγματα. Γιὰ νὰ κρίνουν ἂν ἕνας νόμος εἶναι δίκαιος, θὰ τὸν μετρήσουν μὲ τὸ μέτρο τῆς προσωπικῆς τους περίπτωσης, ἀκόμα καὶ ὅταν ὑπεύθυνα τὸν κρίνουν στὴν ἐκκλησία ἢ στὸ δικαστήριο. Ὁ Ἕλληνας ζητεῖ ἀπὸ τὸν νόμο δικαιοσύνη γιὰ τὴν δική του προσωπικὴ περίπτωση. Ἂν τύχη καὶ ὁ νόμος, δίκαιος στὴν ὁλότητά του, δὲν ταιριάζει σὲ λίγες περιπτώσεις, ὅπως ἡ δική του, δὲν μπορεῖ αὐτὸ νὰ τὸ παραδεχθῆ. Καὶ ἐν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα τὸ διεκήρυξε ὁ μεγάλος τους Πλάτων, πὼς τέτοια εἶναι ἡ μοῖρα καὶ ἡ φύση τῶν νόμων· πὼς ἄλλο νόμος καὶ ἄλλο δικαιοσύνη· τὸ διακήρυξε ὁ μεγάλος Σταγειρίτης, χωρίζοντας τὸ δίκαιο ἀπὸ τὸ ἐπιεικές. Ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀκούει αὐτὰ ὁ Ἕλληνας! Δὲν δέχεται νὰ θυσιάση τὴν δική του περίπτωση, τὸ δικό του Ἐγὼ σ᾿ ἕνα νόμο σκόπιμο καὶ δίκαιο στὴν γενικότητά του. Ἔτσι εἶναι οἱ πολλοὶ στὶς πόλεις ποὺ πρόκειται τώρα νὰ διοικήσης, ἔτσι διαφορετικοί, ἂν ὄχι ἀπὸ μᾶς, ὅμως ἀπὸ τοὺς πατέρες μας, ποὺ θεμελίωσαν τὸ μεγαλεῖο τῆς παλιᾶς, τῆς ἀληθινῆς μας δημοκρατίας.

Ποτὲ ὁ ἄρχων δὲν πρέπει νὰ περιφρονῆ τὸν ἀρχόμενο, ὅσο ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἴδιος, καὶ ὅσο ἀνάξιοι οἱ ἀρχόμενοι. Πρέπει νὰ σκύβη, νὰ μελετᾶ καὶ νὰ γνωρίζη τὸν λαό του. Πρὸ παντὸς ὅταν ἔχη νὰ κάνη μὲ τοὺς δυσκολονόητους Ἕλληνες. Γι᾿ αὐτὸ μὴ μὲ βαρεθῆς, ποὺ θέλω νὰ σοῦ τοὺς δείξω ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς καὶ ποὺ τὶς πολλὲς τοῦτες πλευρὲς πάω νὰ τὶς ἀναγάγω σὲ μιὰ πρώτη ρίζα.

Ὅσο περνοῦν οἱ αἰῶνες, τόσο κι ἐμεῖς καὶ οἱ λαοὶ ποὺ κυβερνοῦμε γινόμαστε περισσότερο ἀτομιστές, ὥσπου μιὰ μέρα νὰ μαραθοῦμε ὅλοι μαζὶ μέσα στὴν μόνωση τῶν μικρῶν ἑαυτῶν μας. Νομίζω πὼς οἱ Ἕλληνες, ἀπάνω στοὺς ὁποίους ἐσὺ τῶρα ἄρχεις, εἶναι πρωτοπόροι σὲ αὐτὸν τὸν θανάσιμο κατήφορο.

Δὲν σοῦ ἔκανε κιόλας ἐντύπωση, καλέ μου Νάβιε, ἡ ἀδιαφορία τοῦ Ἕλληνα γιὰ τὸν συμπολίτη του; Ὄχι πὼς δὲν θὰ τοῦ δανείση μιὰ χύτρα νὰ μαγειρέψη, ὄχι πὼς ἂν τύχη μιὰ ἀρρώστια δὲν θὰ τὸν γιατροπορέψη, ὄχι πὼς δὲν τοῦ ἀρέσει νὰ ἀνακατεύεται στὶς δουλειὲς τοῦ γείτονα, γιὰ νὰ τοῦ δείξη μάλιστα τὴν ἀξιοσύνη του καὶ τὴν ὑπεροχή του· σὲ τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει ὁ Ἕλληνας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Βοηθάει πρόθυμα καὶ τὸν ξένο, μὲ τὴν ἰδέα μάλιστα, ποὺ χάρις στοὺς μεγάλους στωικούς, πάντα τὸν κατέχει, μιᾶς πανανθρώπινης κοινωνίας. Τοῦ ἀρέσει νὰ δίνη στὸν ἀσθενέστερο, στὸν ἀβοήθητο· εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνας τρόπος ὑπεροχῆς.

Λέγοντας πὼς ὁ Ἕλληνας ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν πλησίον του, κάτι ἄλλο θέλω νὰ πῶ. Ἀλλὰ μοῦ πέφτει δύσκολο νὰ στὸ ἐξηγήσω. Θὰ ἀρχίσω μὲ παραδείγματα, ποὺ, ἂν προσέξης, ἀνάλογα θὰ δῆς καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος πολλὰ μὲ τὰ μάτια σου. Ἀκόμη ὑπάρχουνε ποιητὲς πολλοὶ καὶ τεχνῖτες στὶς μεγάλες πόλεις τῆς Ἑλλάδας. Πλησίασέ τους, καθὼς εἶναι χρέος σου, καὶ πές μου ἂν ἄκουσες κανέναν ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ ἐπαινῆ τὸν ὁμότεχνό του. Δὲν χαίρετε τὸν ἔπαινο. Χαίρεται ὅμως τὸν ψόγο καὶ γι᾿ αὐτὸν βρίσκει πάντα καιρό.

Γιὰ τὴν κατανόηση, τὴν ἀληθινή, αὐτὴν ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν συμπάθεια γι᾿ αὐτὸ ποὺ κατανοεῖς, δὲν θέλει τίποτα νὰ θυσιάση. Τὸ κίνητρο τῆς δικαιοσύνης δὲν τὸν κινεῖ γιὰ νὰ ἐπαινέση ὅ,τι ἀξίζει τὸν ἔπαινο. Ὄχι ποὺ δὲν θὰ ἤθελε νὰ εἶναι δίκαιος· ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνεται κἂν τὴν ἀδικία ποὺ κάνει στὸν ἄλλον. Ἀλλοῦ κοιτάζει· θαυμάζει ὅ,τι εἶναι δικός τους κόσμος· κάθε ἄλλον τὸν ὑποτιμᾶ. Ὅταν ἕνας πολίτης ἄξιος δὲν ἀναγνωρίζεται κατὰ τὴν ἀξία του, λέει ὁ Ἕλληνας: ἀφοῦ δὲν ἀναγνωρίζομαι ἐγὼ ὁ ἀξιώτερός του, τὶ πειράζει ἂν αὐτὸς δὲν ἀναγνωρίζεται; Ὁ ἐγωκεντρισμὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν Ἕλληνα τὴν δυνατότητα νὰ εἶναι δίκαιος. Καὶ αὐτὸ ἐννοοῦσα λέγοντας πὼς ὁ Ἕλληνας ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν πλησίον του· τὸ πάθος τοῦ ἐγωισμοῦ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸν ἄλλο, νὰ συνεργάζεται μαζί του.

Καὶ φυσικὰ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τούτης τῆς ἀλληλεγγύης ματαιώνονται στὶς ἑλληνικὲς κοινωνίες οἱ κοινὲς προσπάθειες. Ἡ δράση τοῦ Ἕλληνα κατακερματίζεται σὲ ἀτομικὲς ἐνέργειες, ποὺ συχνὰ ἀλληλοεξουδετερώνονται καὶ συγκρούονται.

Κάποτε καὶ τοὺς νεκροὺς ἀκόμα, ὅπου θὰ ᾿λεγε κανεὶς πὼς φθόνος δὲν χωρεῖ, τοὺς ἀφήνουν ἀτίμητους οἱ Ἕλληνες, γιατὶ δὲν βρίσκουν μέσα τους τὴν διάθεση νὰ θυσιάσουν κάτι ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους γιὰ ἕνα τέτοιο ἔργο δικαιοσύνης. Μόνον ὁ ἡδονισμὸς τοῦ μίσους μπορεῖ νὰ τοὺς κάνει τυμβωρύχους. Τὸ Ἐγώ, τὸ τρομερὸ Ἐγώ, τὸ πάντα γυρισμένο πρὸς τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ ὑψωθῆ, ταπεινώνει καὶ τοὺς νεκροὺς καὶ ἐκδικεῖται ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν περασμένη δόξα τους. Μόνον ὅταν δημιουργηθοῦν συμφέροντα ποὺ συμβαίνει νὰ εἶναι κοινὰ σὲ πολλὰ ἄτομα μαζί, βλέπεις τὴν συναδέλφωση καὶ τὴν ἀλληλεγγύη· πολὺ σπάνια γιὰ τὴν προάσπιση κοινῶν ἰδανικῶν. Κοινὰ ἰδανικὰ σχεδὸν δὲν ὑπάρχουν. Στὸν κάθε Ἕλληνα τὰ ἰδανικὰ εἶναι ἀτομικά. Γι᾿ αὐτὸ οἱ πολιτικές τους φατρίες εἶναι φατρίες συμφερόντων καὶ τὸ ἰδανικὸ τοῦ κάθε ἡγέτη εἶναι ὁ ἑαυτός του.

Νάβιε, ὁ Κάτωνας ἀπὸ καιρὸ ἔχει πεθάνει καὶ πέθανε μαζί του ἡ παλιά μας δημοκρατία. Τώρα βαδίζομε καὶ ἐμεῖς τὸν δρόμο τῶν Ἑλλήνων· ὥσπου καὶ οἱ δικοί μας ἐγωϊσμοί, κάθε μέρα ὠμότεροι καὶ βιαιότεροι, νὰ σκεπάσουν μὲ τὴν πλημμυρίδα τους τὴν Σύγκλητο καὶ τὴν ἀγορὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν ἀθάνατη πόλη.

Ελληνοπαιδεία / Παραινέσεις προς Ατίλιο Νάβιο ή Περί ελλήνων / εκδόσεις Έλευσις.