Δουλεία του κερατά...

Ελληνικά

Δουλεύω/Δουλόω-ω (δούλος, δουλεία, δουλικότητα/δούλωση, δουλοσύνη)

Αρχαία ρήματα, από τα οποία το πρώτο σημαίνει «είμαι δούλος, υπηρετώ, υποτάσσομαι», το δε δεύτερο «κάνω κάποιον δούλο, υποδουλώνω, υποτάσσω». Και από το μεν πρώτο προέρχονται λέξεις/έννοιες όπως «δούλος», «δουλεία», «δουλικότητα», από δε το δεύτερο τέτοιες όπως «(υπο)δούλωση», «δουλοσύνη».

Και ενώ σήμερα το πρώτο από τα δύο αυτά ρήματα δεν εμπεριέχει πλέον τις έννοιες που πιο πάνω περιγράφηκαν, αλλά αυτήν του«εργάζομαι», «είμαι στην διαδικασία παραγωγής» –ενίοτε και αυτήν του «κοροϊδεύω», «πειράζω», «εξαπατώ» κάποιον–, έχασε δηλαδή την αρχική ή, αν προτιμάτε, αρχαϊκή σημασία του, τα παράγωγά του συνεχίζουν να σημαίνουν αυτό που και τότε εσήμαιναν – όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο.

Συνέχεια...