Ψυχή και Θάνατος

Ελληνικά

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

469-399 π.Χ.

Ψυχή και Θάνατος

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο κορυφαίος φιλόσοφος της κλασικής αρχαιότητος, σύμφωνα με τις γραφές του Πλάτωνα. Γιος του γλύπτη Σωφρονίσκου και της μαμής Φαιναρέτης, από τον Δήμο Αλωπεκής. Νέος εργαζόταν ως γλύπτης κοντά στον πατέρα του. Λέγεται μάλιστα ότι το έργο του «οι Χάριτες», υπήρχε στη Ακρόπολη. Πρώτη σύζυγός του ήταν η εγγονή του Αριστείδη του Δίκαιου, Μυρτώ, και μετά το θάνατό της, παντρεύτηκε την Ξανθίππη, σε μεγάλη ηλικία, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Αγαπούσε το χορό και την μουσική, έμαθε να παίζει λύρα σε μεγάλη ηλικία. Δάσκαλός του στη φιλοσοφία ήταν ο Αρχέλαος και η Διοτίμα. Από τους μαθητές του ξεχωρίζουν ο Αλκιβιάδης, ο Πλάτωνας, ο Αντισθένης, ο Ξενοφών κ.α. Ό,τι γνωρίζουμε προέρχεται από τα συγγράμματα του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Είναι ο ιδρυτής της Ηθικής φιλοσοφίας. Κατά τον Κικέρωνα, ο Σωκράτης «κατέβασε» τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη.

Για τη διδασκαλία του δεν άφησε γραπτά κείμενα. Ότι γνωρίζουμε είναι από τους μαθητές του. Ήταν φτωχός αφού δεν έπαιρνε χρήματα από τους μαθητές του. Υπηρέτησε την πατρίδα του σαν οπλίτης στην Ποτίδαια (Χαλκιδική 429) στο Δήλιο (Βοιωτία 424) και στην Αμφίπολη (Μακεδονία 422). Πιστός στις ολιγαρχικές του αρχές έμεινε ο Πλάτωνας, ο οποίος ίδρυσε την Ακαδημία, όπου με τη διδασκαλία του ερμήνευε και επεξέτεινε το νόημα της σωκρατικής διδασκαλίας.

Η «σωκρατική μέθοδος» διδασκαλίας χρησιμοποιεί την ειρωνεία και τη μαιευτική. Το κατηγορητήριο για την καταδίκη του ήταν το ακόλουθο: ΩΣ ΟΥΚ ΕΝΟΜΙΖΕΝ, ΟΥΣ Η ΠΟΛΙΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΘΕΟΥΣ. Το κατηγορητήριο εναντίον του Σωκράτη δεν έχει καμία σχέση με όσα οι φιλόλογοι διδάσκουν μέχρι σήμερα στα σχολεία. Έτσι γενάτε το ερώτημα, γιατί; Η απάντηση βρίσκεται στην απαξίωση του Σωκράτη προς το Δημοκρατικό Πολίτευμα, των Αθηνών. Με την απαξίωση αυτή επεδίωξε την θανατική του καταδίκη. Εάν πρότεινε την οποιαδήποτε ποινή ως ποινή για τον εαυτό του, με βεβαιότητα, οι αθηναίοι θα την έκαναν αποδεκτή. Όπως και να έχει, η ιστορία δεν γυρίζει πίσω.

ΕΝ ΟΙΔΑ, ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ
(ΕΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ, ΟΤΙ ΤΙΠΟΤΕ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΩ)

Ο Σωκράτης βρίσκεται στη φυλακή καταδικασμένος σε θάνατο. Οι μέρες από τη καταδίκη του μέχρι τη θανάτωσή του είναι λίγες και οι μαθητές του δεν τον αφήνουν μόνο στη φυλακή, παρά μόνο για να κοιμηθεί. Εκείνος μιλά με όλους και τους κληροδοτεί την πνευματική του περιουσία.

Πριν τα ξημερώματα της ημέρας εκείνης του 1ου έτους της 95ης Ολυμπιάδας, ο Κρίτωνας μπαίνει στο κελί του Σωκράτη αποφασισμένος να φυγαδεύσει τον δάσκαλό του. Τα έχει ετοιμάσει όλα: πώς θα δραπετεύσουν, πώς θα διαφύγουν, πού θα πάνε· όλα είναι έτοιμα. Ο Σωκράτης αρνείται σθεναρά και κατηγορηματικά. Μπορεί να τον κατηγόρησαν και να τον καταδίκασαν για ασέβεια, αλλά ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ ασεβής έναντι των θεών, παρά μόνο απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα. Δεν σκοπεύει λοιπόν τούτη την ύστατη ώρα να σώσει τη ζωή του προδίδοντας τις –ολιγαρχικές– αρχές που με τόση θέρμη δίδασκε. Προτιμά να θυσιαστεί παρά να προδώσει τις ολιγαρχικές αρχές του. Προτρέπει τον Κρίτωνα να καθίσει, να ηρεμήσει και ν’ ακούσει. Μαζεύονται κι άλλοι μαθητές: ο Κέβης, ο Φαίδων, ο Σιμμίας… έντεκα συνολικά και συζητούν. (Ο Πλάτωνας απουσιάζει). Η ώρα περνά. Η τελευταία ευκαιρία για τη σωτηρία του δασκάλου χάνεται.

Ο δήμιος, βλέποντάς τους να μιλούν, καθυστερεί. Μπορεί να μην υπήρξε ποτέ μαθητής του Σωκράτη, μπορεί να έχει την εντολή να θανατώσει αυτόν τον άνθρωπο,