ΦΩΣ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΤΩ Α΄

Ελληνικά

1. Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ

Τοκ ... τοκ ... τοκ! ..

Ήταν χτύπος, που αντήχησε στην κλεισμένη εξώθυρά µου. Χτύπος μυστηριώδης, που έφθασε πένθιμα µέχρι των αυτιών µου. Ήταν ήχος μικρότερος από ένα απλό «τοκ» και περισσότερο ακόµα µυστηριώδης, που ευρήκε κατ’ εύθείαν της ψυχής µου το δρόµο, και κάτι εξύπνησε εκεί µέσα, και κάτι διέγειρε στο πνεύμα µου.

Τοκ ... τοκ ... τοκ ... Επαναλήφθηκε και γιά δεύτερη φορά.

Βέβαια αυτός που χτυπούσε, δεν χτυπούσε για αυτιά ανθρώπινα· χτυπούσε γιά ν’ ακουστεί από κάποια ψυχή, που δεν απατάται στην ακοή της· που δεν έχει ανάγκη από συλλαβές λογικά τοποθετημένες, ούτε από ρυθµό υπαγόµενο σε κανόνες, γιά ν’ ακούσει.

Και αόριστoς ήχος, που τίποτε δεν θα έλεγε γιά τους άλλους, ήταν αρκετός γιά να µιλήσει στην ψυχή µου πολλά.

Ναι, κάποιο μυστηριώδες πλάσμα χτυπούσε την πόρτα μου· κάποιο πλάσμα, που ξυπνούσε μέσα μου μιά άγνωστη φωνή· κάποιο πλάσμα, που συγκοινωνούσε ακαριαία με το εσωτερικό μου μυστήριο, και απέσυρε από το πνεύμα μου, του πεπερασμένου τον φραγμό.

Και χωρίς να γνωρίζω πως και από που, από το κεφάλι ή από τα στήθη μου, από το πνεύμα ή από την ψυχή μου, μια φωνή πρωτάκουστος γιά την ανθρώπινη ακοή, απηύθυνα ερώτηση εις τον άγνωστο νυκτερινό επισκέπτη.

– Ποιός είσαι;

Φωνή κλαψουρίζουσα, ένας συριγμός βραχνός, ωσάν του βορρά που εμαίνετο την ιδία ώρα στο παράθυρό μου, απάντησε εις την ερώτησή μου, και αισθάνθηκα ρίγος σε ολόκληρο το σώμα μου, και σηκώθηκαν οι τρίχες στο κεφάλι μου, και στις φλέβες μου σταμάτησε παγωμένο το αίμα.

Αλλοίμονο! κάποιος δυστυχής χτυπούσε την πόρτα μου, που τον είχε καταδικάσει ο βορράς, και μιμείτο τον στεναγμό του γιά να τον απατήσει. Δυστυχής, που τον έδερνε η παγωμένη βροχή, και έχυνε ίσο ποσό από δάκρυα, γιά να θερμανθεί με του πόνου του την θέρμη. Δυστυχής, που τον άφηνε χωρίς στέγη ένας άγιος θεός, και ερχόταν να τη ζητήσει από ένα άνθρωπο αμαρτωλό...

– Περίμενε!

Ανατινάχθηκα από το κρεββάτι μου, που με γέμιζε από την ευεργετική θαλπωρή του. Ήμουν ο κύριος της θερμότητάς μου, και δεν μπορούσε να μου την διαφιλονεικήση κανείς, εκτός του θανάτου· ήταν μία ζωή τέλος, που δεν μπορούσε να με απομακρύνη κανείς από αυτή, εκτός της κακίας του άνθρώπου.

Άλλα είχα ίσως ζεσταθεί πολύ, και κάποια δύναμις οικονομική, δύναμις από εκείνες που επιβάλλουν αναπόφευκτο για μονή των αγαθών της φύσεως εις όλα τα όντα, εξώθησε την σπαράζουσα ύπαρξη εις την πόρτα της υπάρξεως πού έθερμαίνετο ...

– Είσελθε!...

Άνοιξα την πόρτα, η οποία αφαίρεσε αμέσως από τον θάλαμό μου αέρα θερμό και μου απέστειλε ορμητικά κύματα παγωμένου βορρά, που παρέσυραν και κύλησαν εμπρός εις τα πόδια μου έναν όγκο σπαίροντα και σφαδόζοντα, όγκο άμορφο, που δεν μπορούσα να τον διακρίνω στο σκοτάδι της νύχτας.

Θα ήταν κάποιο δυστυχισμένο πλάσμα, που ζούσε και ως άμορφος όγκος· πλάσμα, που η μορφή του είχε καταστραφεί, άλλ’ ή ψυχή του, ποιος ξέρει, θα διατηρούσε ακόμη κάποια μορφή. Τι μ’ ενδιέφερε η όψης του η άμορφος; είδα τόσες όψεις όμορφες και με ρυθμούς ωραίους, αλλ’ έκλειναν μέσα τους ψυχή χωρίς κανένα χαρακτήρα και χωρίς κανένα ρυθμό.