Το ρεμπέτικο

Ελληνικά

Με τον Κώστα Ρούκουνα ή Σαμιωτάκι το «Ρεμπέτικο Αρχείο» κάνει το δεύ­τερο βήμα του.

Γνωρίζομε πόσο κουραστικές είναι ότι επαναλήψεις, όμως πρέπει να πούμε αρχικά λίγα απ’ όσα αναφέραμε στον πρόλογο του πρώτου μας βιβλίου, «Γ. Ροβερτάκης – Ένας ρεμπέτης».

«Με πολλά απ’ αυτά που αναφέρουν δεν συμφωνούμε κι’ ακόμα πάρα πέρα βρισκόμαστε σε βασική αντίθεση... δεν τους λογοκρίνουμε. Ούτε προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μιά Ισορροπία απόψεων και στοιχείων. Κι’ όταν ακόμα ή ανακρίβεια είναι ολοφάνερη την αφήσαμε έτσι. Παρουσιάζουμε ατόφια ότι μας είπαν...»

 

Το Ίδιο κάνομε κι’ αύτη την φορά.

Ό Ρούκουνας είναι παλιός όσο κι’ ο Γιώργος Ροβερτάκης. Γύρισε τους πρώ­τους του δίσκους το 1928.

Μέχρι και σήμερα συνθέτει, γράφει τούς στίχους των τραγουδιών του και τραγουδάει. Φέτος συμπλήρωσε 48 χρόνια πάνω στο πάλκο.

Είναι, κυρίως, γνωστός σαν τραγουδιστής, παρ’ όλον ότι οι φωνογραφημένες συνθέσεις του –ρεμπέτικα, μανέδες, λαϊκά, δημοτικά, κλέφτικα– ξεπερνούν τις τρακόσιες.

Πέρα όμως από τα «τυπικά» του προσόντα – 48 χρόνια είναι αυτά – παρουσιάζουμε τον Ρούκουνα γιατί οι αυθεντικές πληροφορίες του βάζουν πολλά πράγματα, σχετικά με το ρεμπέτικο, στην θέση τους.

Μέσα από την αφήγηση της ζωής του, από τον ίδιον, βγαίνουν πολλές αλήθειες που μας βρίσκουν σύμφωνους.

Πιστεύουμε ότι το ρεμπέτικο ξεκίνησε πολύ παλιά, «πάππου προς πάππον» όπως σωστά λέει ό Ρούκουνας. Στην αρχή σαν τραγούδι ανοιχτού χώρου όπως το δημοτικό και το κλέφτικο. Τα παλιά ρεμπέτικα το μαρτυρούν.

Από στόμα σε στόμα έφτασε όπου υπήρχαν Έλληνες και ήταν φυσικό να δεχθεί τις τοπικές επιδράσεις και να προσαρμόζεται, κάθε φορά, στις ιδιαίτερες συνήθειες κάθε μέρους.

Η βασική του δομή ήταν συγγενική προς τ’ άλλα Ελληνικά τραγούδια. Μετά την απελευθέρωση όλοι εκείνοι που ένοιωθαν ότι με τον άλφα ή βήτα τρόπο κατεπιέζοντο αναγκάσθηκαν να μεταφέρουν την «αντίστασή» τους στην πόλη. Το απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Γιατί όσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν όλο και πιο δύ­σκολο να βγαίνουν στο «κλαρί».

Ο αντιρρησίας – ρεμπέτης χρειαζόταν πλέον ένα τραγούδι προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες, ένα τραγούδι κατάλληλο γιά μέσα στην πόλη. Τραγούδι «κλει­στού χώρου». Θα μπορούσε να είχε καταφυγή στο δημοτικό ή στο κλέφτικο και να το προσαρμόσει.

Προτίμησε το ρεμπέτικο γιατί η βασική μελωδική του γραμμή ήταν πλησιέ­στερη προς την ψυχολογία του. Με τα χρόνια το έφερε στα μέτρα του. Η «παρανομία» δεν δικαιολογούσε πολυτέλειες. Κόντυνε τον στίχο και το τροφοδότησε με «κατάλληλα» θέματα.

Γιά το λαό έφτανε να ήταν κάποιος αντίθετος με το κάθε φορά «κατεστημένο» γιά να τον κάνη ήρωα και να τον τραγουδήσει. Δεν εξέταζε τον λόγο. Φυσική συνέπεια μετά από τόσα χρόνια σκλαβιάς όπου το μόνο που μέτραγε ήταν η παλικαριά. Αυτή η «παλικαριά» τροφοδοτούσε, βασικά, το ρεμπέτικο με θέματα.

Παράλληλα είχε ανάγκη συνοδείας. Τα κρουστά τον εξυπηρετούσαν. Μπορούσε να παίζει και ταυτόχρονα να τραγουδάει. Καταστάλαξε στο μπουζούκι – μπαγλαμά γιατί ήσαν πρόσφορα, λόγω σχή­ματος και όγκου, γιά παρανομία και εύκολα, στην τότε μορφή τους, να τα μάθη.

Έτσι έφτασε το ρεμπέτικο στο 1922. Παράνομα λεγόταν με την συνοδεία μπουζουκιού και επίσημα – στα λίγα τότε πάλκα, σε γιορτές, πανηγύρια κ.λ.π. – με την συνοδεία άλλων οργάνων ή και μπουζουκιού.