ΤΟ ΘΕΙΟ

Ελληνικά

Όταν πήγαινα σχολείο,
μας μαθαίναν για το θείο
που υπάρχει στα ουράνια
και μας θεωρεί χαϊβάνια.

Ζούσε λέν’ σ’ ουράνια δίνη
κάπου προς την Παλαιστίνη,
μέσα σε σκοτάδια μαύρα
κι ήτανε φωτιά και λαύρα.

Και εκεί που εκαθόταν
στην σκοτιά και συλλογιόταν
«μόνος δεν περνά η ώρα,
σαν θεός τι κάνω τώρα;»,
μια τρελή ιδέα του ’ρθε,
ποιός να ξέρη από πούθε,
το κενό για να γεμίση,
ένα σύμπαντο να χτίση.

Φτιάχνει γη, φτιάχνει νερό,
κι έναν ήλιο λαμπερό,
για να βλέπη ό,τι κάνει,
πού το κάθετί θα βάνη.

Μετά έφτιαξε τα άστρα
στ’ ουρανού την κατεβάστρα.
Νύχτα ο ήλιος για ν’ αράζη,
την σελήνη αραδιάζει.

Έφτιαξε τα ζώα όλα
στο λεπτό και αρπακόλλα,
έντομα, πουλιά και ψάρια,
αχινούς και καλαμάρια.

Έφτιαξε ποτάμια, δάση
ι ό,τι ο νους σου κατεβάση,
κι έναν κήπο ο καλός μου
μ’ όλα τα καλά του κόσμου.