ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνικά

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 1864-1922

Η σημερινή Ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει, έστω και σαν ονόματα, πολλούς αρχαίους φιλοσόφους, αλλά αγνοεί την ουσία των λόγων τους. Σ’ αυτό συνέβαλε η αναλυτική σκέψη, που αντί να σταθεί στην ουσία, επιμένει στο λογοτεχνικό και γραμματικό μέρος. Η θέση της ιστοσελίδας μας είναι να σας παρουσιάσουμε τη διαχρονικότητα της Ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, ώστε να πάψουμε όταν μιλάμε για φιλοσοφία το μυαλό μας να πηγαίνει μόνο στους αρχαίους Έλληνες.

Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε το έργο ενός σύγχρονου φιλοσόφου, του Πολύβιου Δημητρακόπουλου, ή Πολ Αρκά, (1864-1922) όπως τον γνώρισε η Ευρώπη το 1901 εκδίδοντας το έργο του.

Θα ήταν όμως φρόνιμο να αναφέρουμε ποια είναι τα κριτήρια για να ονομάσουμε ένα κείμενο «φιλοσοφικό». Ας διαβάσουμε τι αναφέρει το λεξικό του Ησυχίου, στη λέξη Φιλόσοφος: ο των πάντων πειραθείς, φιλομαθείς. Αυτή είναι η σωστή διάσταση της λέξεως, δηλαδή, η φιλοσοφία δεν είναι κάποιες προτάσεις που γράφει κάποιος λόγιος σε κάποιο γραφείο για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη, αλλά αυτός που αποτυπώνει πρόταση που προέρχεται μέσα από την εμπειρία της ζωής. Επομένως τη γνήσια φιλοσοφική σκέψη θα την αναζητήσουμε στους ανθρώπους, που μέσα από τις αγωνίες και την πάλη με την ζωή διατυπώνει συμπυκνωμένη την εμπειρία του. Με αυτά τα κριτήρια ο φιλόσοφος δεν μπορεί να είναι ο λόγιος, αλλά ο απλός άνθρωπος του καθημερινού μόχθου.

Σωστά λοιπόν ο λαός όποιον δεν έχει αυτές τις προδιαγραφές όταν ακούει τους λογίους των γραφείων, τους αποκαλεί ειρωνικά «αμπελοφιλόσοφους».

Με το κριτήριο του βιώματος, επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε το έργο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Το έργο η «Σιδηρά Διαθήκη» είναι 82 σελίδες Α4. Για να μη είναι κουραστική η ανάγνωση, θα αναρτηθεί σε μικρά μέρη.

Καλή ανάγνωση!

Η ΣΙΔΗΡΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Η πρώτη βάση του βιβλίου τούτου ετέθη κατά το έτος 1901, όταν και εξεδόθη ελληνικά εις δύο συνεχείς εκδόσεις. Τότε έφερε τον τίτλο «Αι δύο Διαθήκαι», η δε «Σιδηρά Διαθήκη» ήτο το δεύτερον µέρος. Το πρώτο µέρος απετελούσε η «Χρυσή Διαθήκη», η οποία περιείχε γνώµες και σκέψεις, που είχα την πρόνοια να τις αναγνωρίσω από τότε ως άχρηστες, και τις εκληροδότησα στον Πετεινό µου. Ήταν ο υπεύθυνος γι’ όλες εκείνες τας σκέψεις, όπου και κάθε πετεινός, που έχει ο άνθρωπος µέσα του και συµβολίζει την σκέψη, νοµίζει πως θα κατακτήσει τον κόσµο, και του φαίνονται όλα ποιητικά, ωραία, εύληπτα.

Όµως ακολουθούσε κατόπι η «Σιδηρά Διαθήκη», όπου ο Πετεινός επέστρεφε γνώστης της ζωής, αλλά συντριμμένος, και κηρύσσοντας ότι ο άνθρωπος ακολουθεί αδιόρθωτος αιώνιο δρόµο, εις τον οποίο κανένα Βιβλίο δεν κατόρθωσε να υψωθεί ως οδόφραγµα· όπως µάλιστα απεδείχθη εκ των υστέρων, το βιβλίο και η Γνώση μεταβλήθηκαν σε ταχύτατο και καταχθόνιο όχηµα γιά να µεταφέρει τον άνθρωπο γρηγορότερα προς τον μοιραίο γκρεμό.

Την εµφάνιση των «Δύο Διαθηκών» υποδέχθηκε το ελληνικό κοινό µε πολλή προσοχή, ο δε Τύπος εξεφράσθη ενθουσιωδώς. Θα έλεγε κανείς, κρίνοντας εκ των υστέρων, πως ο ενθουσιασµός εκείνος οφειλόταν σε κάποια βαθειά και λανθάνουσα συναίσθηση άμυνας απέναντι της εγκυµονούσας παγκόσμιας θύελλας, δέκα και επτά χρόνια προ της εκρήξεως αυτής. (Το κείμενο εγράφη το 1897).

Τούτο µου έδωσε το θάρρος να προβώ και στην γαλλική μετάφραση ολόκληρου του έργου, µε νεωτέρες προσθήκες σε αµφότερες τις «Διαθήκες» και να εκδώσω (1904) µόνο 350 αντίτυπα, προορισμένα γιά ξένους συγγραφείς κριτικούς. Η υποδοχή υπήρξε επίσης ενθουσιώδης· το έργον άρεσε ως ιδέα και ως σύνθεσης, αυτό µε