ΘΕΟΣ – ΘΥΣΙΑ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ελληνικά

ΘΕΟΣ – ΘΥΣΙΑ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Στην Λέσβο τα πανάρχαια χρόνια υπήρχε πόλις ονομαζόμενο Τυάραι Θυάραι, η ονομασία αυτή έχει άμεση σχέση προς τον Διόνυσο. Θεία ήσαν οι γιορτές προς τιμή του Διονύσου. Θυωναίος και Θυωνέης ονομαζόταν ο Διόνυσος. Θυώνη λεγόταν η μητέρα αυτού και Θυωναίος ο γιος του Διονύσου, ο οποίος υπήρξε αρχαιότατος βασιλιάς της Χίου. Από τη λατρεία του Διονύσου προήλθε και το ρήμα θύειν και σημαίνει προσφέρω τι ως απαρχή στον Θεό· Το θύειν δωρήσθαί εστι τοις Θεοίς, [Η θυσία είναι προσφορά δώρων στους θεούς], κατά τον Πλάτωνα, (Πλάτωνος Ευθύφρων σ. 14) κριθάς, πυρούς, μελιτούττας κυρίως και κατ' εξοχήν οίνον, αναίμακτες προσφορές στην αρχή, και αργότερα τα σφάγια· και θύμα = η προσφορά, το δώρο.

Θυμέλη δε κυρίως ο τόπος προς θυσία, ιδιαιτέρως δε στο Διονυσιακό θέατρο, όπου υπήρχε και ο βωμός του Διονύσου. Από εδώ προέρχεται και το θυμίαμα, που σημαίνει, προσφορά προς τον Θεό, αρωματικών ουσιών. Τελετή δε, ήταν η πράξη δια της οποίας οι άνθρωποι εξαγνίζονταν απέναντι στο Θεό, λύσεις τε και καθαρμούς αδικημάτων δια θυσιών, ας δη τελετάς καλούσιν, [λύσεις και καθαρμούς από τα αδικήματα με θυσίες, που τις ονομάζουν τελετές], κατά τον Πλάτωνα· (Πολ. 365 Α. Πρωταγ. 346 Δ) είναι δε η Τελετή, κατά την μυθολογία, θυγατέρα του Διονύσου και της Κυβέλης.

Τέλειος ονομαζόταν ο κρατήρας ο προσφερόμενος στον Θεό· τέλη οι προσφορές των ανθρώπων στους Θεούς. Τέλη λοιπόν και Θυσίαι είναι ταυτοσήμαντες, και οι δύο αναφέρονται κατ’ αρχήν στην λατρεία του Διονύσου και της συγγενούς αυτού, Θεάς Αρτέμιδος, η οποία ελέγετο και Θυάς, επεκτάθηκαν μετά για να δηλώνουν τη λατρεία των ανθρώπων και στους άλλους Θεούς· δια τούτο Τελέσται ελέγοντο ιερείς, οι από τον οίκο των Βακχιδών, της Κορίνθου.

Η τοπωνυμία της Λέσβου Τελώνια, της επαρχίας Μεθύμνης έχει άμμεση σχέση προς την λατρεία του Βάκχου – Διονύσου, όπως και η Τερψιχόρη ή Τελψιχόρη, μία των εννέα Μουσών, η μητέρα του Λίνου, του άσματος δηλαδή του ψαλλομένου κατά τον τρύγο των αμπελιών. Ληνεύς και Ληναίος ο Διόνυσος. Λήναι αι Βάκχαι. Το όνομα Τέλεσις είναι σύνηθες στην Λέσβο· γνωρίζουμε μάλιστα και τον Τέλεσι αρχαίο επικό ποιητή από τη Μέθυμνα που έγραψε την «Τιτανομαχία».

Όπως η λέξη θύειν έχει την αρχή του από τη λατρεία του Διονύσου, έτσι και ο Θεός στον Διόνυσο ανεφέρεται απ’ την αρχή, τον Θυωναίον και Θυωνέην, τον γιο της Θυώνης, και πατέρα του Θυωναίου. Ο άνθρωπος, σαν πεπερασμένο Ον, πάντοτε αισθανόταν την ανάγκη να επικοινωνήση προς το Υπέρτατον Ον ευχόμενος, ικετεύωντας, καθαγιάζοντας, τιμώντας και εξιλεώνοντας αυτό δια δώρων, απαρχών και προσφορών, κυριότερο των οποίων ευθύς εξ αρχής ήταν ο οίνος, δια του οποίου και έκανε σπονδή, χύνοντας στη γη κρασί, εκτελώντας ιερή πράξη, δοξάζοντας τον Θεο· και γαρ σπονδή οίνου έκχυσις επί τιμή δαιμόνων· [Γιατί η σπονδή είναι το χύσιμο κρασιού με σκοπό να τιμηθούν οι θεοί·] η σπονδή ελέγετο και λοιβή ταυτόσημα· λείβειν και σπένδειν επίσης· αλλά και το θύειν την ίδια σημασία έχει· σπονδάς θύειν τε λείβειν τε· [να θυσιάσουμε χύνοντας και στάζοντας κρασί ταυτόχρονα·]

Θυάδες και θύσαι ελέγοντο οι Βακχικές μαινάδες. Θύσλα τα κατά τις βακχικές τελετές χρησιμοποιούμενα, ονομάζοντο θυρσοί, πυρσοί και λοιπά. (Ιλιάς Ζ´ 134) Θύεα οι προσφορές. Θύϊα μυστική τελετή προς τιμή του Διονύσου. Θυστάς, η βοή, η κραυγή, που αναφωνούσαν κατά την προσφορά της θυσίας, η προσευχή που συνόδευε τη θυσία· θυστάδες λιταί· θύστος ονομαζόταν ο ιερέας υπό των Κρητών, κατά τον Ησύχιο· Θύος/εος το εις τον Θεό προσφερόμενο· σπονδήσι θύεσσί τε ιλάσκεσθαι· Ησιόδου, Έργα και Ημέραι 336. [να εξευμενίζεις τους θεούς με σπονδές και θυμιάματα·] θύωμα και θυωροί οι ιεροί Βωμοί· όλα αυτά προς τιμή του Θεού