Η σοφία

Ελληνικά

 Είπα τότε εις τον εαυτό μου: Πώς; τέτοια επιστροφή, έπειτα από αναχώρηση τόσο θριαμβευτική; τόσον σκότος ακόμη, έπειτα από τόσον φως; Είνε ο ορίζοντας τόσο στενός, ώστε η ανατολή να συνορεύει με την δύση και με την μεσημβρία ο βορράς;

Λοιπόν δεν ήταν χρυσή ασπίδα το βιβλίο εκείνο, με το οποίο είχα φρουρήσει του πτηνού την ψυχή; Δεν ήτο δόρυ εκείνο, με το οποίο είχα φρουρήσει το πνεύμα του;

Που επέταξε; που επεριπλανήθη; ποίο μεγάλο δρόμο άφησε και ποία ατραπό ακολούθησε; Και αφού αναχώρησε με φτερά, πώς επέστρεψε μαδημένο και με ένα ράμφος, που αποστάζει το ίδιον αίμα του;

Μυστήριο, που έπρεπε να ζητήσω την κλείδα του από το πλάσμα αυτό το άμορφο· άγνοια, που έπρεπε να μου την φωτίσει Ον, που είχε χάση πλέον των ματιών του το φως...

Εμάντευσε την σκέψη μου, διότι η σκέψης μου ήτο και σκέψης ιδική του. Και η βαθειά φωνή ακούστηκε και πάλιν μέσα μου, και άφησε μίαν παλλόμενη ηχώ:

– Σβύσε το φως και του ρολογιού κράτησε τους δείκτες.

Γιά το Σκοτάδι θα μιλήσω, και τον Αιώνα θα ζωγραφίσω. Όπλισε την ψυχή σου με σίδηρο και με χαλκό. Θα περάσει απ’ εμπρός σου θριαμβεύουσα η Κακία.

Άφησε τα δάκρυά σου ελεύθερα να χυθούν. Έχει ανάγκη από παρηγοριά και από βάλσαμο η Αρετή.

Σου ανοίγω μία Βίβλο χωρίς τέλος, μέσα εις την οποίαν ο θεός εχάραξε την πρώτη λέξη, τας ακολούθους χαράσσει ο Άνθρωπος, και την τελευταία ο Διάβολος θα χαράξει. Και η τελευταία αύτη λέξης θα είνε η Ανθρώπινη Πρόοδος.

Λοιπόν άκουσε όσα το ανόητο πτηνό θα ομιλήσει γιά τελευταίον φορά. Θα σύρει εμπρός σου την Αρετή με την γυμνότητα ενδεδυμένη.

Αλλά τι θα κερδίσεις από τούτο; και τι τάχα θα εννοήσεις;

Θα πειστείς ότι ο κόπος είνε μεγαλύτερος από το κέρδος.

Η γλώσσα που κινείται διαρκώς, δεν προσφέρει τίποτε εις το πνεύμα· και ότι κερδίζει κανείς από την ακοή, το χάνει συνηθέστατα από την γλώσσα.

Άνοιξε λοιπόν το ώτα σου περισσότερο και από το στόμα σου· άνοιξε και τα μάτια σου περισσότερο από τα ώτα σου. Ίσως θα κερδίσεις κάτι, μολονότι σοφός δεν θα γίνεις ποτέ ή, και αν γίνεις σοφός, δύσκολο θα είνε να καταστείς και ωφέλιμος. Διότι η Σοφία είναι το κινδυνωδέστερο όπλο, όταν την μεταχειρίζεσαι ανεπιτηδείως. Ημπορείς με αυτήν να φονεύεις ευκολότερα τους άλλους, ή και ν’ αυτοκτονείς. Και αυτό συνέβη έως τώρα.

Άλλα που ήτο κρυμμένη η Σοφία του Ανθρώπου;

Δεν την ευρήκα πουθενά.

Συνήντησα μόνο μίαν γυναίκα, που την ονόμαζαν Αθηνά· έβγαινε από τα κεφάλια των ανθρώπων και απειλούσε να τυφλώσει τον κόσμο με το δόρυ της, νομίζουσα ότι τον φρουρεί από τον ίδιον εαυτό του.

Και της είπα :

– Ευλογημένη γυναίκα! είσαι Σοφία συ η πάνοπλος, η σιδηρόφρακτος κατακτήτρια; τι σχέση έχει ένα όργανον πολεμικό εις τα χέρια μιας γυναίκας; όταν η Σοφία λέγεται Πόλεμος, τι πρέπει να λέγεται η Αμάθεια και η Αφροσύνη; Αντί να παρoυσιαστείς έτσι, με κίνδυνο να τυφλώσεις τον κόσμο, δεν ήτο καλύτερον να μήνης ακόμη μέσα εις τα κρανία, και να κάμεις την ρόκα σου;