ΔΟΥΛΕΙΑ του Κερατά…

Ελληνικά

Δουλεύω/Δουλόω-ω

(δούλος, δουλεία, δουλικότητα/δούλωση, δουλοσύνη)

Αρχαία ρήματα, από τα οποία το πρώτο σημαίνει «είμαι δούλος, υπηρετώ, υποτάσσομαι», το δε δεύτερο «κάνω κάποιον δούλο, υποδουλώνω, υποτάσσω». Και από το μεν πρώτο προέρχονται λέξεις/έννοιες όπως «δούλος», «δουλεία», «δουλικότητα», από δε το δεύτερο τέτοιες όπως «(υπο)δούλωση», «δουλοσύνη».

Και ενώ σήμερα το πρώτο από τα δύο αυτά ρήματα δεν εμπεριέχει πλέον τις έννοιες που πιο πάνω περιγράφηκαν, αλλά αυτήν του «εργάζομαι», «είμαι στην διαδικασία παραγωγής» –ενίοτε και αυτήν του «κοροϊδεύω», «πειράζω», «εξαπατώ» κάποιον–, έχασε δηλαδή την αρχική ή, αν προτιμάτε, αρχαϊκή σημασία του, τα παράγωγά του συνεχίζουν να σημαίνουν αυτό που και τότε εσήμαιναν – όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο.

Βεβαίως από τα μέσα του 20ού αι. το φαινόμενο της δουλείας, με την μορφή που το γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες της Ιστορίας, όπου το ανθρώπινο Ον ήταν και εμπόρευμα, αντικείμενο δηλαδή αγοραπωλησίας, έπαυσε να υφίσταται και με τις τρεις μορφές του: α) αυτήν που ωφειλόταν στην ζώγρηση των ηττημένων ένεκα πολεμικής ήττας, β) αυτήν που ωφειλόταν στην άγρα, δηλαδή το κυνήγι ανθρώπων με όρους διεξαγωγής του ίδιους με εκείνους του κυνηγιού των άγριων ζώων (φαινόμενο των 16ου έως και 19ου αιώνων, κυρίως με εντολείς τους μεγαλοκτήμονες του Νέου Κόσμου και τους βιομήχανους της Αγγλίας) και γ) αυτήν που ωφειλόταν στην τήρηση όρου συμφωνίας δανειακής σύμβασης, ο οποίος προέβλεπε την σωματική δουλεία του δανεισθέντος στον δανειστή στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα ανταποκριθή στην αποπληρωμή του δανείου.

[Παρ’ όλα αυτά, μία εκδοχή της τελευταίας βιώσαμε έντονα μέχρι και τις δύο πρώτες δεκαετίες του δευτέρου μισού του 20ού αι., εκδοχή που δεν απέρρεε από αδυναμία εκπλήρωσης όρων οικονομικής σύμβασης, αλλά από οικονομική δυσπραγία. Και ήταν αυτή της «εκχώρησης» νέων κοριτσιών «σε πλούσια σπίτια» ως υπηρετριών –«δουλικά», όπως τα ωνόμασε ο κόσμος–, κοριτσιών από την χειμαζόμενη ελληνική επαρχία, όπου οι πρωτόγονες μέθοδοι εκμετάλλευσης της γης ως μόνου πόρου για τον προσπορισμό των προς επιβίωση αναγκαίων, λίγο ή καθόλου χώρο, πέρα από την τεκνοποίηση, άφηναν στην γυναίκα. Η οποία γυναίκα δεν διέθετε στις θλιβερά συντριπτικά περισσότερες των περιπτώσεων άλλα εφόδια από κάποια νοικοκυροσύνη, που ωφειλόταν και στις επικρατούσες συνθήκες, και αν ήταν κάπως «νοστιμούλα», κατέληγε σ’ αυτήν την εκδοχή δουλείας, που και σήμερα εξακολουθεί να υφίσταται με κάποιες –όχι πάντως σημαντικές για τα «δουλικά»– αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσής τους: πρώτον, τις αποκαλούμε «φιλιππινέζες» ακόμη και αν προέρχωνται από άλλα νησιά του Ειρηνικού ή την Αφρική, δεύτερον, τις ταΐζουμε ελαφρώς καλύτερα, τρίτον τους δίνουμε κάτι παραπάνω από το «σχεδόν τίποτε» των προηγουμένων και, τέταρτον, τις αποκαλούμε όχι «δούλες» αλλά «υπηρεσίες», ακόμα κι όταν εννοούμε «υπηρέτρια».]

Παρ’ όλες τις επί μέρους αλλαγές –φραστικές, διαδικαστικές, ουσιαστικές– συνεχίζουν να υφίστανται, από τα αρχαιότατα χρόνια, τρεις μορφές δουλείας: [α] η σωματική (αιχμάλωτος πολέμου, από άγρα, από χρέος), [β] η ηθική (δούλος των παθών, των ενστίκτων, των ορμών) και [γ] η πνευματική.

Η πρώτη μορφή δουλείας δέον να θεωρήται εξ αντικειμένου κατά τα δύο τρίτα και εξ υποκειμένου κατά το ένα τρίτο. Η δεύτερη εξ υποκειμένου, κατά κύριο λόγο, με συνδρομή σε αρκετές περιπτώσεις των αντικειμενικών συνθηκών που έχουν ήδη διαμορφωθή και κατά το δοκούν των ισχυρών οικονομικών παραγόντων.

 

Συνέχεια...